+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Διαταγή δέσμευσης τραπεζικού λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής εισπράξεως οφειλών αστικής και εμπορικής φύσεως, κατά τον υπ’ αριθμ.: 655/2014 Ευρωπαϊκό Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Με τις διατάξεις του ανωτέρω Κανονισμού (εφεξής: «Ο Κανονισμός») θεσπίζεται μια ενιαία ενωσιακή διαδικασία κατά την οποία εκδίδεται η ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης, δυνάμει της οποίας δεσμεύονται τραπεζικοί λογαριασμοί προς διασφάλιση απαιτήσεων αστικής και εμπορικής φύσεως, με διασυνοριακές επιπτώσεις. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του Κανονισμού, μεταξύ άλλων: Καθιερώνεται, ως συμβατή στους κανόνες της πολιτικής δικονομίας των κρατών μελών, ενιαία διαδικασία που επιτρέπει, σε διασυνοριακές υποθέσεις, τη δέσμευση χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς δυνάμει τίτλου εκτελεστού, της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού («διαταγή δέσμευσης» ή «διαταγή»). Η διαταγή αυτή, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δανειστή, δηλαδή του προσώπου που έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη του, καθ’ ου η διαταγή και τηρούντος τραπεζικό λογαριασμό, αποτελεί μέσο αποτροπής του ενδεχομένου, να τεθεί σε κίνδυνο η επακόλουθη εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή, μέσω μεταφοράς ή αναλήψεως καταθέσεων μέχρι του ποσού που ορίζει η διαταγή, δέσμευσης καταθέσεων που διατηρούνται από τον οφειλέτη ή εξ΄ ονόματός του σε τραπεζικό λογαριασμό σε κράτος μέλος.  Η διαταγή δέσμευσης αποτελεί πρόσθετο μέτρο άμεσης και αποτελεσματικής προστασίας, παραλλήλως προς τα συντηρητικά μέτρα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού αποκλειστικώς σε χρηματικές απαιτήσεις αστικής και εμπορικής φύσεως, που συνάπτονται με διασυνοριακές υποθέσεις και εξαιρούνται της εφαρμογής του απαιτήσεις από σχέσεις χαρακτηριστικώς προσωπικές (από γάμο ή προσόμοιο θεσμό, διαθήκη και κληρονομική διαδοχή) ή ιδιαίτερες έννομες καταστάσεις (πτώχευση, εκκαθάριση αφερέγγυων νομικών προσώπων κλπ.) ή κοινωνική ασφάλιση και διαιτησία. Καθορίζεται η έννοια της διασυνοριακής υποθέσεως ως συντρέχουσα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, ο υπό δέσμευση τραπεζικός λογαριασμός ή οι υπό δέσμευση τραπεζικοί λογαριασμοί, τηρούνται σε κράτος μέλος διαφορετικό από: α) το κράτος μέλος του δικαστηρίου στο...

Απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 3316/2014

Θέμα: Δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών, εν γένει, στοιχείων (όπως, ρευστού χρήματος, τραπεζικών προϊόντων, κινητών αξιών φυλασσομένων στα πιστωτικά ιδρύματα κ.λ.π.) με απόφαση αρμοδίου οργάνου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε) σύμφωνα με σχετική διάταξη του ν. 3296/2004. Συνταγματικός έλεγχος της διατάξεως αυτής και κήρυξή της ως αντισυνταγματικής. Με την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε αντισυνταγματική η διάταξη της περιπτώσεως ε’ της παραγράφου 5 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004, η οποία ορίζει ότι, τα όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε μπορούν να προβαίνουν και σε: «Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλες έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης…, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών τον αρμόδιο εισαγγελέα…». Ειδικότερα, το διοικητικό μέτρο της εν λόγω δεσμεύσεως, που έχει προσωρινό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας, ελέγχθηκε, ως προς της συνταγματικότητά του, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α.). Υπό τη συνταγματική αυτή θεώρηση, κρίθηκε ότι, η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και οποιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων ελεγχομένου φυσικού ή νομικού προσώπου, συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά: Της προσωπικής και επαγγελματικής ελευθερίας, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 και της περιουσίας, κατ’ άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτους Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, χωρίς να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (αναλογία του μέτρου της δεσμεύσεως προς τον,...

Βεβαιωτικός όρκος

Νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν υποχρέωση του καθ’ ου προς δόση βεβαιωτικού όρκου: 452 παρ. 1 ΚΠολΔ : Η εκτέλεση απόφασης που διατάσσει την επίδειξη εγγράφων– δόση βεβαιωτικού όρκου περί μη κατοχής του προς επίδειξη εγγράφου 811 παρ. 2 ΚΠολΔ: Το δικαστήριο της κληρονομίας, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως, εφόσον πιθανολογείται ότι κάποιος κατέχει διαθήκη μπορεί να τον υποχρεώσει να δώσει βεβαιωτικό όρκο. 844 παρ. 1 ΚΠολΔ: Το δικαστήριο εξετάζει εάν η αίτηση προς απογραφή/ σφράγιση ή αποσφράγιση πραγμάτων είναι παραδεκτή και μπορεί να υποχρεώσει τον αιτούντα να βεβαιώσει με όρκο το περιεχόμενό της. 941 παρ. 2 ΚΠολΔ – Άμεση εκτέλεση για την απόδοση πράγματος: Αν το πράγμα που οφείλεται δεν βρέθηκε, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση υποχρεώνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, να δώσει βεβαιωτικό όρκο ότι δεν κατέχει το πράγμα και δεν γνωρίζει που βρίσκεται. 950 παρ. 1 ΚΠολΔ – Άμεση εκτέλεση για την απόδοση ή την παράδοση τέκνου: Αν το τέκνο δεν βρεθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 861 έως 866 περί δόσεως βεβαιωτικού όρκου 952 ΚΠολΔ – Έμμεση εκτέλεση – Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων: Ο καθ’ ου η εκτέλεση μπορεί να υποχρεωθεί να υποβάλλει κατάλογο των περιουσιακών του στοιχείων ύστερα από αίτηση του δανειστή, εάν έχει γίνει απόπειρα κατάσχεσης και δεν έχουν βρεθεί καθόλου ή δεν έχουν βρεθεί επαρκή περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη για να ικανοποιηθεί η εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο χρηματική απαίτηση του δανειστή, καθώς και όταν προτού γίνει απόπειρα αναγκαστικής κατάσχεσης πιθανολογείται ότι αυτή θα αποβεί μάταιη. Στον κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων πρέπει να αναφέρονται με ειλικρίνεια, πληρότητα και σαφήνεια όλα τα...

Κατάσχεση εις χείρας τρίτου

Α) ΜΙΣΘΟΣ: Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. δ` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 50 του ν. 1329/1983, «εξαιρούνται από την κατάσχεση οι απαιτήσεις μισθών ή συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στον νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση ως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων». Ως μισθός, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, πρέπει, κατ` αρχήν, να εννοηθεί η αντιπαροχή που πρέπει να καταβληθεί από τον μισθωτή προς τον εκμισθωτή ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία και αν εμφανίζεται αυτή και ανεξάρτητα από το μήκος της. Κατά συνέπεια, στην προαναφερθείσα έννοια του μισθού περιλαμβάνονται τόσο οι τακτικές όσο και οι έκτακτες παροχές. Στις τακτικές αποδοχές υπάγεται κάθε παροχή του εργοδότη, η οποία χορηγείται τακτικά. Σε αυτές ανήκουν ο βασικός μισθός, καθώς και τα καταβαλλόμενα κάθε φύσης επιδόματα (πολυετίας, συζύγου και τέκνων, προσαυξήσεις για νυχτερινή και κατά τις Κυριακές εργασία), τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. Ακατάσχετο υπάρχει ακόμα και όταν ο μισθός οφείλεται εξαιτίας ανυπαίτιου κωλύματος του εργαζομένου (657-658 ΑΚ) ή, τέλος, από υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, αφού αποτελεί κυρίως αντάλλαγμα για την προσφερθείσα (υπερωριακώς) εργασία, έστω και αν ο νόμος ομιλεί μερικές φορές απλώς για αποζημίωση ή για αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, (βλ. Καρακατσάνη, Εργατικό δίκαιο, σελ. 205, αντιθ. Καποδίστριας, στην ΕρμΑΚ, άρθρα 664-665, αριθμ. 5,...

Μετατροπή συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική

Σύμφωνα με το άρθρο 715 ΚΠολΔ , μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την συντηρητική κατάσχεση ο δανειστής οφείλει να ασκήσει εναντίον του αγωγή για την κύρια απαίτηση. Η δε προθεσμία των 30 ημερών αναστέλλεται αυτοδικαίως κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης και 31ης Αυγούστου κατ’ άρθρο 147 παρ. 7 ΚΠολΔ. Αν περάσει άπρακτη η τριακονθήμερη προθεσμία, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο και ο καθ’ ού ανακτά την εξουσία διάθεσης του κατασχεμένου περιουσιακού στοιχείου, ακόμα και αν δεν έχει γίνει διαγραφή από τα βιβλία των κατασχέσεων (βλ. ΜΠρωτΘεσ 29834/2007). Μάλιστα μετά την αυτοδίκαιη αυτή άρση του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, ισχυροποιείται αναδρομικά και η διάθεση που τυχόν είχε συντελεστεί στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης και στο διάστημα των 30 ημερών που παρήλθε. Με την άπρακτη παρέλευση του 30ημέρου, ο υποθηκοφύλακας είναι υποχρεωμένος δίχως τη ρητή επιταγή του δικαστηρίου να προβεί στη σύνταξη σχετικής πράξης εξάλειψης στα βιβλία του (αρκεί η υποβολή πιστοποιητικού από τη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου ότι δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα αγωγή για την κύρια υπόθεση). Σε περίπτωση δε που διατηρείται η συντηρητική κατάσχεση παρά την αυτοδίκαιη άρση του ασφαλιστικού μέτρου, ο οφειλέτης ή κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλλει με ανακοπή και να ζητήσει την ακύρωση της συνεχιζόμενης συντηρητικής κατάσχεσης . Δεν απαιτείται να ασκηθεί αγωγή στο προαναφερθέν διάστημα στις εξής περιπτώσεις: 1) αν έχει ήδη ασκηθεί αγωγή για την κύρια απαίτηση, 2) αν η συντηρητική κατάσχεση έγινε με βάση διαταγή πληρωμής και 3) αν έχει επιδοθεί διαταγή πληρωμής μέσα στο διάστημα των 30 ημερών. Αν η αγωγή για την κύρια...

Κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων

Η κατάσχεση κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελεί την τελευταία νόμιμη δυνατότητα του δανειστή, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση των χρηματικών του απαιτήσεων κατά του οφειλέτη του. Ωστόσο ο νομοθέτης, αποβλέποντας στην ενίσχυση της θέσης του δανειστή, επέλεξε να διευρύνει το πεδίο δράσης του, προβλέποντας την δυνατότητα κατάσχεσης και των ιδιόρρυθμων, άλλως άυλων, περιουσιακών δικαιωμάτων του οφειλέτη. Το άρθρο 1022 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), ορίζει, ότι κατάσχεση μπορεί να διενεργηθεί και σε περιουσιακά δικαιώματα όπως η πνευματική ιδιοκτησία, η ευρεσιτεχνία, η εκμετάλλευση κινηματογραφικών ταινιών και οι απαιτήσεις κατά τρίτων που εξαρτώνται από αντιπαροχή, δηλαδή επί δικαιωμάτων τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη, συνήθη, διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2 (κατάσχεση κινητών), 982 (κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων που δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή και κινητών πραγμάτων εις χείρας τρίτου) και 992 (κατάσχεση ακινήτων, πλοίων αεροσκαφών). Η κατάσχεση των δικαιωμάτων αυτών χωρεί, εφόσον η μεταβίβασή τους είναι επιτρεπτή κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ σε διαδικαστικό επίπεδο προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής απόφασης (του Ειρηνοδικείου), ύστερα από αίτηση εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, η οποία και συζητείται κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1024 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει την κατάσχεση, ή και με μεταγενέστερη, ορίζει τα μέσα που κρίνει πρόσφορα για την αξιοποίηση του δικαιώματος του δανειστή. Ιδίως, μπορεί να διατάξει τη μεταβίβαση του δικαιώματος σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, έναντι καταβολής ορισμένου τιμήματος ή με συμψηφισμό ολόκληρης ή μέρους της απαίτησης, μπορεί όμως να διατάξει και την ελεύθερη ή με πλειστηριασμό διάθεση του δικαιώματος. Η εφαρμογή...