+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΘΕΜΑ : Νομιμότητα υποβολής δεύτερης αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής, στην περίπτωση κατά την οποία, για την ίδια αξίωση, έχει ήδη εκδοθεί διαταγή πληρωμής.

ΑΠΟΦΑΣΗ : Υπ’αριθμ.: 751/2017 του Αρείου Πάγου Με την ανωτέρω δικαστική απόφαση επιλύθηκε, αμετακλήτως, το προπεριγραφόμενο ζήτημα, επί του οποίου υφίστατο διχοστασία των δικαστηρίων της ουσίας. Ειδικότερον, κρίθηκε ότι, η υποβολή αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής δεν εισάγει προς διάγνωση την απαίτηση του αιτούντος την έκδοσή της, αλλά δι’αυτής επιδιώκεται η απόκτηση εκτελεστού τίτλου, όπως είναι η διαταγή πληρωμής. Εξ αυτού του λόγου, μόνη η κατάθεση αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής, αλλά και η έκδοση αυτής (διαταγής πληρωμής), καθώς και η επίδοσή της, δεν συνεπάγονται εκκρεμοδικία. Ως εκ τούτου, δεν εμποδίζεται η υποβολή νέας (δεύτερης) αιτήσεως για την έκδοση νέας (δεύτερης) διαταγής πληρωμής, ούτε και η έκδοση και η επίδοση αυτής. Εκκρεμοδικία, αντιθέτως, δημιουργείται μόνο με την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, με τη δικαστική κρίση της οποίας δημιουργείται ή μπορεί να δημιουργηθεί ουσιαστικό δεδικασμένο για την ύπαρξη του δικαιώματος υπέρ του οποίου εκδίδεται διαταγή πληρωμής. Παρά, όμως, την έλλειψη του εμποδίου της εκκρεμοδικίας από την υποβολή αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής, η υποβολή της ίδιας αξιώσεως, που στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, με νέα μεταγενέστερη αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής «αποκλείεται με βάση τον κανόνα non bis in idem και ενόψει του κινδύνου διπλής εκτέλεσης, αλλά και της έλλειψης εννόμου συμφέροντος». ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1. Ο κανόνας ne bis in idem, ο οποίος, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις της ως άνω αποφάσεως, αποκλείει την υποβολή δεύτερης αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής, αποδιδόμενος από τα λατινικά με τη φράση « όχι δύο φορές στο ίδιο», εκφράζει, δικονομικώς, την οιονεί αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου. Η επίκληση του κανόνα αυτού γίνεται με ανακοπή, που ασκείται κατά της δεύτερης διαταγής πληρωμής. Εάν...

Προϋποθέσεις, υπό τη συνδρομή των οποίων εκδοθείσα διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου

ΑΠΟΦΑΣΗ:    Υπ’ αριθμ.: 8/2017 της Ολομελείας του Αρείου Πάγου.   Ενώπιον της Τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου ήχθη προς επίλυση, ως ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, το εξής: Αν αποκτά ισχύ δεδικασμένου διαταγή πληρωμής, η οποία επιδίδεται νομίμως και ασκείται κατ’ αυτής ανακοπή που απορρίπτεται για τυπικούς λόγους, χωρίς το δικαστήριο να εισέλθει στη συζήτηση επί της ουσίας της υποθέσεως.  Ειδικότερα, κατόπιν αιτήσεως συγκεκριμένου δανειστή εκδόθηκε, κατά του οφειλέτη, του διαταγή πληρωμής, η οποία και του κοινοποιήθηκε στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) μηνών από της εκδόσεώς της.  Κατά της διαταγής αυτής, ο οφειλέτης – καθ’ ου’, άσκησε ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε από το δικαστήριο, ως αόριστη.  Ο δανειστής, ακολούθως, κοινοποίησε την διαταγή πληρωμής για δεύτερη φορά στον οφειλέτη του και αυτός άσκησε κατ’ αυτής, εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών, δεύτερη ανακοπή.  Κατά τη συζήτηση της ανακοπής αυτής, ο δανειστής προέβαλε την ένσταση του δεδικασμένου, το οποίο , κατά τους ισχυρισμούς του, προέκυπτε από την απόφαση που απέρριψε, ως αόριστη, την πρώτη ανακοπή. 2.Επί του ως άνω ζητήματος, ο Άρειος Πάγος εξέδωσε την ως άνω απόφαση του και αποφάνθηκε, ως εξής: Το δικαίωμα του οφειλέτη να ασκήσει δεύτερη ανακοπή υφίσταται, τόσο στην περίπτωση που αυτός δεν ασκήσει εμπροθέσμως (εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε (15) εργάσιμων ημερών) ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμή μετά την πρώτη επίδοση αυτής, όσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην περίπτωση που η εμπροθέσμως, κατά τα ανωτέρω, ασκηθείσα ανακοπή απορριφθεί για λόγους τυπικούς. Τούτο δε, επειδή το δεδικασμένο από την εν λόγω απόρριψη της ανακοπής εκτείνεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε, εν αντιθέσει με το δεδικασμένο που παράγεται από την...

Διαταγή δέσμευσης τραπεζικού λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής εισπράξεως οφειλών αστικής και εμπορικής φύσεως, κατά τον υπ’ αριθμ.: 655/2014 Ευρωπαϊκό Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Με τις διατάξεις του ανωτέρω Κανονισμού (εφεξής: «Ο Κανονισμός») θεσπίζεται μια ενιαία ενωσιακή διαδικασία κατά την οποία εκδίδεται η ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης, δυνάμει της οποίας δεσμεύονται τραπεζικοί λογαριασμοί προς διασφάλιση απαιτήσεων αστικής και εμπορικής φύσεως, με διασυνοριακές επιπτώσεις. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του Κανονισμού, μεταξύ άλλων: Καθιερώνεται, ως συμβατή στους κανόνες της πολιτικής δικονομίας των κρατών μελών, ενιαία διαδικασία που επιτρέπει, σε διασυνοριακές υποθέσεις, τη δέσμευση χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς δυνάμει τίτλου εκτελεστού, της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού («διαταγή δέσμευσης» ή «διαταγή»). Η διαταγή αυτή, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δανειστή, δηλαδή του προσώπου που έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη του, καθ’ ου η διαταγή και τηρούντος τραπεζικό λογαριασμό, αποτελεί μέσο αποτροπής του ενδεχομένου, να τεθεί σε κίνδυνο η επακόλουθη εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή, μέσω μεταφοράς ή αναλήψεως καταθέσεων μέχρι του ποσού που ορίζει η διαταγή, δέσμευσης καταθέσεων που διατηρούνται από τον οφειλέτη ή εξ΄ ονόματός του σε τραπεζικό λογαριασμό σε κράτος μέλος.  Η διαταγή δέσμευσης αποτελεί πρόσθετο μέτρο άμεσης και αποτελεσματικής προστασίας, παραλλήλως προς τα συντηρητικά μέτρα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού αποκλειστικώς σε χρηματικές απαιτήσεις αστικής και εμπορικής φύσεως, που συνάπτονται με διασυνοριακές υποθέσεις και εξαιρούνται της εφαρμογής του απαιτήσεις από σχέσεις χαρακτηριστικώς προσωπικές (από γάμο ή προσόμοιο θεσμό, διαθήκη και κληρονομική διαδοχή) ή ιδιαίτερες έννομες καταστάσεις (πτώχευση, εκκαθάριση αφερέγγυων νομικών προσώπων κλπ.) ή κοινωνική ασφάλιση και διαιτησία. Καθορίζεται η έννοια της διασυνοριακής υποθέσεως ως συντρέχουσα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, ο υπό δέσμευση τραπεζικός λογαριασμός ή οι υπό δέσμευση τραπεζικοί λογαριασμοί, τηρούνται σε κράτος μέλος διαφορετικό από: α) το κράτος μέλος του δικαστηρίου στο...

Απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 3316/2014

Θέμα: Δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών, εν γένει, στοιχείων (όπως, ρευστού χρήματος, τραπεζικών προϊόντων, κινητών αξιών φυλασσομένων στα πιστωτικά ιδρύματα κ.λ.π.) με απόφαση αρμοδίου οργάνου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε) σύμφωνα με σχετική διάταξη του ν. 3296/2004. Συνταγματικός έλεγχος της διατάξεως αυτής και κήρυξή της ως αντισυνταγματικής. Με την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε αντισυνταγματική η διάταξη της περιπτώσεως ε’ της παραγράφου 5 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004, η οποία ορίζει ότι, τα όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε μπορούν να προβαίνουν και σε: «Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλες έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης…, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών τον αρμόδιο εισαγγελέα…». Ειδικότερα, το διοικητικό μέτρο της εν λόγω δεσμεύσεως, που έχει προσωρινό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας, ελέγχθηκε, ως προς της συνταγματικότητά του, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α.). Υπό τη συνταγματική αυτή θεώρηση, κρίθηκε ότι, η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και οποιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων ελεγχομένου φυσικού ή νομικού προσώπου, συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά: Της προσωπικής και επαγγελματικής ελευθερίας, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 και της περιουσίας, κατ’ άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτους Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, χωρίς να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (αναλογία του μέτρου της δεσμεύσεως προς τον,...

Βεβαιωτικός όρκος

Νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν υποχρέωση του καθ’ ου προς δόση βεβαιωτικού όρκου: 452 παρ. 1 ΚΠολΔ : Η εκτέλεση απόφασης που διατάσσει την επίδειξη εγγράφων– δόση βεβαιωτικού όρκου περί μη κατοχής του προς επίδειξη εγγράφου 811 παρ. 2 ΚΠολΔ: Το δικαστήριο της κληρονομίας, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως, εφόσον πιθανολογείται ότι κάποιος κατέχει διαθήκη μπορεί να τον υποχρεώσει να δώσει βεβαιωτικό όρκο. 844 παρ. 1 ΚΠολΔ: Το δικαστήριο εξετάζει εάν η αίτηση προς απογραφή/ σφράγιση ή αποσφράγιση πραγμάτων είναι παραδεκτή και μπορεί να υποχρεώσει τον αιτούντα να βεβαιώσει με όρκο το περιεχόμενό της. 941 παρ. 2 ΚΠολΔ – Άμεση εκτέλεση για την απόδοση πράγματος: Αν το πράγμα που οφείλεται δεν βρέθηκε, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση υποχρεώνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, να δώσει βεβαιωτικό όρκο ότι δεν κατέχει το πράγμα και δεν γνωρίζει που βρίσκεται. 950 παρ. 1 ΚΠολΔ – Άμεση εκτέλεση για την απόδοση ή την παράδοση τέκνου: Αν το τέκνο δεν βρεθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 861 έως 866 περί δόσεως βεβαιωτικού όρκου 952 ΚΠολΔ – Έμμεση εκτέλεση – Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων: Ο καθ’ ου η εκτέλεση μπορεί να υποχρεωθεί να υποβάλλει κατάλογο των περιουσιακών του στοιχείων ύστερα από αίτηση του δανειστή, εάν έχει γίνει απόπειρα κατάσχεσης και δεν έχουν βρεθεί καθόλου ή δεν έχουν βρεθεί επαρκή περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη για να ικανοποιηθεί η εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο χρηματική απαίτηση του δανειστή, καθώς και όταν προτού γίνει απόπειρα αναγκαστικής κατάσχεσης πιθανολογείται ότι αυτή θα αποβεί μάταιη. Στον κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων πρέπει να αναφέρονται με ειλικρίνεια, πληρότητα και σαφήνεια όλα τα...

Κατάσχεση εις χείρας τρίτου

Α) ΜΙΣΘΟΣ: Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. δ` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 50 του ν. 1329/1983, «εξαιρούνται από την κατάσχεση οι απαιτήσεις μισθών ή συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στον νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση ως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων». Ως μισθός, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, πρέπει, κατ` αρχήν, να εννοηθεί η αντιπαροχή που πρέπει να καταβληθεί από τον μισθωτή προς τον εκμισθωτή ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία και αν εμφανίζεται αυτή και ανεξάρτητα από το μήκος της. Κατά συνέπεια, στην προαναφερθείσα έννοια του μισθού περιλαμβάνονται τόσο οι τακτικές όσο και οι έκτακτες παροχές. Στις τακτικές αποδοχές υπάγεται κάθε παροχή του εργοδότη, η οποία χορηγείται τακτικά. Σε αυτές ανήκουν ο βασικός μισθός, καθώς και τα καταβαλλόμενα κάθε φύσης επιδόματα (πολυετίας, συζύγου και τέκνων, προσαυξήσεις για νυχτερινή και κατά τις Κυριακές εργασία), τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. Ακατάσχετο υπάρχει ακόμα και όταν ο μισθός οφείλεται εξαιτίας ανυπαίτιου κωλύματος του εργαζομένου (657-658 ΑΚ) ή, τέλος, από υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, αφού αποτελεί κυρίως αντάλλαγμα για την προσφερθείσα (υπερωριακώς) εργασία, έστω και αν ο νόμος ομιλεί μερικές φορές απλώς για αποζημίωση ή για αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, (βλ. Καρακατσάνη, Εργατικό δίκαιο, σελ. 205, αντιθ. Καποδίστριας, στην ΕρμΑΚ, άρθρα 664-665, αριθμ. 5,...