+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Άσκηση, από τον μισθωτό, του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας του. Περιπτώσεις καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού. Υπερημερία του εργοδότη στην περίπτωση ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως από τον μισθωτό.

ΑΠΟΦΑΣΗ:     Υπ΄αριθμ. 324/2017 του Αρείου Πάγου. Με την ως άνω απόφασή του, ο Άρειος Πάγος έκρινε το δικαίωμα του μισθωτού προς επίσχεση της εργασίας του, στην περίπτωση που ο εργοδότης του οφείλει παροχές, από την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, οριοθετώντας το δικαίωμα αυτό με τις δικαϊκές αρχές της καταχρηστικής ασκήσεώς του και αναφορικώς με την υπερημερία του εργοδότη στην αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού.  Ειδικότερα, κρίθηκε ότι: α) Το δικαίωμα επισχέσεως ασκείται και στο πλαίσιο εργασιακής σχέσεως από μισθωτό, όταν αυτός διατηρεί ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του, που έχει, ως νόμιμη αιτία, την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν, αξίωση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών).  Ασκώντας, ο μισθωτός, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, το δικαίωμα της επισχέσεως, δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, μέχρις ότου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (να καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές).  Η επίσχεση αυτή, έχει ως συνέπεια να καθίσταται υπερήμερος, όχι ο μισθωτός, αλλά ο εργοδότης για όσο χρόνο δεν εκπληρώνει την παροχή του, δηλαδή δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές (ή δεν ικανοποιεί άλλη αξίωση του μισθωτού εκ της παροχής εργασίας του).  Υπό την έννοια αυτή, ο εργοδότης οφείλει να πληρώνει τον μισθωτό, ωσάν αυτός να εργάζεται κανονικά, παρότι απέχει από την εργασία του, όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη. β) Το δικαίωμα επισχέσεως του μισθωτού δεν ασκείται χωρίς όρια, αλλά ελέγχεται ως καταχρηστικώς ασκούμενο, όταν εξέρχεται από τα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθόσον πρέπει να αποβλέπει (το εν λόγω δικαίωμα) στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού, για τον οποίο θεσπίστηκε.  Καταχρηστικώς ασκείται το εν λόγω δικαίωμα όταν,...

Συμπληρωματικές ασφαλιστικές εισφορές. Υπό ποίες προϋποθέσεις δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή τους, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως.

ΑΠΟΦΑΣΗ:     Υπ΄αριθμ. 8/2016 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ζήτημα του ως άνω θέματος, που απασχόλησε το Συμβούλιο της Επικρατείας, εντάσσεται στο ιστορικό πλαίσιο της εξής υποθέσεως:  Επιχείρηση επεξεργασίας ξύλου απασχολούσε, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, εργαζομένους, καταβάλλοντας σ’ αυτούς τον συμπεφωνημένο μισθό, τον οποίο και γνωστοποίησε στις αρμόδιες αρχές.  Τα ελεγκτικά όργανα του Ι.Κ.Α., στο οποίο υπάγονταν οι εν λόγω εργαζόμενοι, εξέδωσαν, το έτος 2001 σε βάρος της εργοδότριας επιχειρήσεως, Πράξη Επιβολής Εισφορών (Π.Ε.Ε.) για την ασφαλιστική τακτοποίηση των μισθωτών της επιχειρήσεως κατά το, από 1.9.1995 έως 31.1.2001, χρονικό διάστημα. Ο λόγος εκδόσεως της πράξεως αυτής, συνίστατο στο γεγονός ότι, οι ως άνω μισθωτοί ασφαλίσθηκαν από την εργοδότριά τους επιχείρηση με μικρότερες αποδοχές από τις προβλεπόμενες στην Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των απασχολούμενων στην επεξεργασία ξύλου.  Επί πλέον, τα ίδια όργανα, εξέδωσαν και Πράξη Επιβολής Πρόσθετων Ασφαλιστικών Εισφορών (Π.Ε.Π.Α.Ε.) συναφώς με την ανωτέρω Π.Ε.Ε.  Η επιχείρηση προσέβαλε τις ως άνω εκδοθείσες, σε βάρος της, πράξεις, επικαλούμενη το γεγονός ότι, τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ, σε προηγούμενους ελέγχους, που είχαν διενεργήσει στις 7.1.1995, 30.9.1995, 23.6.1997, 4.11.1999 και 19.9.2001, είχαν αποδεχθεί ότι, οι μισθωτοί της επιχειρήσεως δεν υπάγονταν, ως εργατοτεχνίτες, στην ως άνω Κλαδική Σ.Σ.Ε. που απασχολούνται στην επεξεργασία ξύλου, αλλά στην Γενική Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, σύμφωνα με την οποία και τους καταβάλλονταν οι δηλωθέντες μισθοί.  Βάσει αυτού του γεγονότος, ισχυρίσθηκε ότι, οι κατά τα ανωτέρω εκδοθείσες Πράξεις έρχονταν σε αντίθεση προς την αρχή της χρηστής διοικήσεως καθόσον, από θετικές πράξεις των οργάνων της (αυτές, που προηγήθηκαν των πράξεων που προσέβαλε η επιχείρηση), έχει δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση στην επιχείρηση ότι, αυτή κατέβαλε τις νόμιμες ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούσαν στους...

Χρονική διάρκεια της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας ιδιωτικών υπαλλήλων

ΘΕΜΑ: 1.  Χρονική διάρκεια της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας ιδιωτικών υπαλλήλων –  στελεχών επιχειρήσεως, που έλαβε χώρα, με αποστολή και αποδοχή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ των στελεχών αυτών και εκπροσώπων ανταγωνιστριών επιχειρήσεων, μέσω της προσωπικής τους ηλεκτρονικής διευθύνσεως, που είχαν δημιουργήσει σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, που τους είχε διαθέσει η επιχείρησή τους. Εφαρμογή ή μη των διατάξεων περί συνταγματικής προστασίας της ως άνω επικοινωνίας και στην περίπτωση που, τα προαναφερόμενα στελέχη, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εργοδότριάς τους επιχειρήσεως, είχαν δημιουργήσει και χρησιμοποιούσαν προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, αποκλείοντας την πρόσβαση σ΄αυτήν οποιουδήποτε τρίτου και, δια της διευθύνσεως αυτής, απέστελναν και δέχονταν ηλεκτρονικά μηνύματα, που αφορούσαν πράξεις, αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της εργοδότριάς τους επιχειρήσεως. ΑΠΟΦΑΣΗ:   Υπ΄αριθμ. 1/2017 της πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου. Τα ζητήματα του ως άνω θέματος, που απασχόλησαν την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως γενικοτέρου ενδιαφέροντος, εντάσσονται στο ιστορικό πλαίσιο της εξής υποθέσεως: Από επιχείρηση, δραστηριοποιούμενη στον τομέα εμπορίας ξυλείας και αντιπροσωπεύουσα μεγάλο αριθμό οίκων του εξωτερικού στην Ελλάδα, είχαν προσληφθεί, και ακολούθως αναδειχθεί σε διευθυντικές θέσεις και μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, δύο πρόσωπα.  Τα πρόσωπα αυτά, καθ’ ον χρόνο κατείχαν τις εν λόγω ιδιότητες, είχαν προβεί σε σωρεία αθέμιτων ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος της εργοδότριάς τους επιχειρήσεως και επ’ ωφελεία άλλων δύο εταιρειών, στη μια εκ των οποίων, μετά την αποχώρησή τους από την εργοδότριά τους επιχείρηση, είχαν μεταπηδήσει και καταλάβει διευθυντικές θέσεις.  Όταν είχαν κληθεί, κατά την αποχώρησή τους αυτή, να παραδώσουν στα διάδοχα πρόσωπα το αρχείο συμβάσεων πελατών, τη σχετική αλληλογραφία με τους αντιπροσωπευόμενους οίκους και πελάτες, τις παραγγελίες και όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν μηχανογραφηθεί και τύχει επεξεργασίας στον ηλεκτρονικό...

Διοικητικές κυρώσεις, που επιβάλλονται από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ σε βάρος εργοδότη για τη μη καταχώριση ή τη μη εμπρόθεσμη καταχώριση νεοπροσλαμβανομένων μισθωτών στο ειδικό βιβλίο.

ΑΠΟΦΑΣΗ:    Υπ΄αριθμ. 423/2016 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την προαναφερομένη απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας αντιμετώπισε το ζήτημα, αν, πριν από την έκδοση (από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ), αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται σε βάρος εργοδοτών διοικητικές κυρώσεις, όπως Πράξεις Επιβολής Προστίμου Ακαταχώριστων Εργαζομένων (Π.Ε.Π.Α.Ε.), πρέπει να καλείται σε ακρόαση ο εργοδότης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ΚΔΔ), όπως δέχονταν, κατά τρόπο πάγιο, τα Διοικητικά Δικαστήρια της ουσίας (Διοικητικά Πρωτοδικεία και Εφετεία).  Τα εν λόγω Δικαστήρια έκριναν, με σειρά αποφάσεών τους, ότι, παρότι ο εργοδότης είχε δικαίωμα να ασκήσει κατά των ως άνω αποφάσεων των οργάνων του ΙΚΑ ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της, κατά περίπτωση, αρμόδιας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (οργάνου του ΙΚΑ), η προσφυγή αυτή δεν υποκαθιστούσε το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως του εργοδότη, ως ουσιώδη τύπο της διαδικασίας κατά τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΔΔ.[1] Το  Συμβούλιο της Επικρατείας, με την ανωτέρω απόφασή του (και άλλες ταυτόσημες κατά το αιτιολογικό και διατακτικό μέρος τους) έκρινε ότι, οι διατάξεις περί διοικητικής ακροάσεως του Συντάγματος και του ΚΔΔ δεν έχουν έδαφος εφαρμογής σε περιπτώσεις δυσμενών διοικητικών πράξεων, όπως, εν προκειμένω, οι Π.Ε.Π.Α.Ε., οι οποίες εκδίδονται βάσει αντικειμενικών προϋποθέσεων και κατά τρόπο μη συνδεόμενο με οποιαδήποτε υποκειμενική συμπεριφορά του προσώπου, σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του οποίου οι πράξεις αυτές εκδίδονται.  Στην προκειμένη περίπτωση, για την έκδοση Π.Ε.Π.Α.Ε. αρκεί η διαπίστωση των τυπικών παραβάσεων της μη καταχωρίσεως ή της μη εμπρόθεσμης καταχωρίσεως νεοπροσλαμβανόμενων μισθωτών στο προς τούτο προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο που οφείλει να τηρεί ο εργοδότης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας αυτού και ανεξαρτήτως...

Πρόσθετη εργασία μισθωτού, ειδικότερα οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, και μισθός που οφείλεται για την παροχή αυτής

ΑΠΟΦΑΣΗ:   Υπ΄αριθμ. 278/2016 του Αρείου Πάγου. Με την προαναφερομένη απόφασή του, ο Άρειος Πάγος επέλυσε διαφορά μεταξύ εργοδοτών (επιχειρήσεων) και μισθωτών αυτών (οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων), συνισταμένη στην αξίωση των τελευταίων (των μισθωτών) να τους καταβληθεί ιδιαίτερη αμοιβή για πρόσθετη εργασία που αυτοί είχαν παράσχει, πέραν της κυρίας εργασίας, στους εργοδότες τους.  Ειδικότερα, και σύμφωνα με τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της οικείας υποθέσεως, οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων συγκεκριμένης εργοδοτικής επιχειρήσεως, πέραν της οδηγήσεως των αυτοκινήτων, ως κύριας απασχολήσεως, εκτελούσαν και πρόσθετα εργασιακά καθήκοντα, όπως:  Της παραλαβής, από τις εγκαταστάσεις του εργοδότη τους, εμπορευμάτων του και της συμμετοχής στη φόρτωση αυτών.  Της παραλαβής, μετά των εμπορευμάτων, και των σχετικών παραστατικών, που είχε εκδώσει κατά το σύστημα των προτιμολογημένων προπωλήσεων ή τηλεπωλήσεων ο εργοδότης.  Της παραδόσεως των εμπορευμάτων και των σχετικών παραστατικών στους αγοραστές-πελάτες του εργοδότη, της υπογραφής των παραστατικών αυτών, μαζί με τους παραλήπτες των εμπορευμάτων, για λογαριασμό του εργοδότη, της συμμετοχής στην εκφόρτωση των εμπορευμάτων, καθώς και της εισπράξεως του τιμήματος αυτών (εμπορευμάτων) για λογαριασμό του εργοδότη και την καταθέσεως των οικείων ποσών σε λογαριασμό αυτού. Τα ανωτέρω αντικείμενα απασχολήσεων των οδηγών, κρίθηκε ότι αποτελούν πρόσθετη εργασία κατά την σχετική διάταξη του άρθρου 659ΑΚ, εργασία διαρκούς φύσεως, η οποία είχε συμφωνηθεί να παρέχεται εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας και η οποία δεν ήταν συναφής με την συμφωνηθείσα κυρία απασχόληση (της οδηγήσεως των αυτοκινήτων), ούτε περιλαμβανόταν μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού.  Επειδή δε, η εν λόγω πρόσθετη εργασία, παρέχεται μόνο με μισθό κατά τις συνήθεις περιστάσεις (δηλαδή αυτόν, ο οποίος καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς, που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα) και επειδή δεν...

Μειωμένη αποζημίωση μισθωτού, που καταγγέλλει, χωρίς προειδοποίηση, τη σύμβαση εργασίας, έχει όμως, για την ενέργειά του αυτή, τη συγκατάθεση του εργοδότη του.

ΑΠΟΦΑΣΗ:    Υπ΄αριθμ. 426/2016 του Αρείου Πάγου Με την ανωτέρω απόφασή του, ο Άρειος Πάγος καθόρισε τις προϋποθέσεις, υπό την συνδρομή των οποίων αναγνωρίζεται, στον μισθωτό, το δικαίωμα απολήψεως μειωμένης αποζημιώσεως, σε περίπτωση που αυτός, χωρίς να προειδοποιήσει τον εργοδότη του, αποχωρήσει με τη συγκατάθεσή του από την υπηρεσία του.  Οι προϋποθέσεις αυτές, που συνάγονται από την ερμηνεία της διατάξεως του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του ν.3198/1955, όπως ισχύει, είναι οι εξής: α)      ύπαρξη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β)      συμπλήρωση 15ετούς υπηρεσίας – απασχολήσεως του μισθωτού στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του ορίου ηλικίας του μισθωτού, που προβλέπεται από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο αυτός υπάγεται και, αν δεν υφίσταται σχετική πρόβλεψη, συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, και γ)      συγκατάθεση του εργοδότη για την, χωρίς προειδοποίηση, αποχώρηση (καταγγελία της συμβάσεως εργασίας) του μισθωτού. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέξουν σωρευτικώς (όλες μαζί). Σε καταφατική περίπτωση, ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως, που καθορίζεται στο άρθρο 3 του ν.2112/1920, όταν ο εργοδότης καταγγέλλει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, παραμελώντας την υποχρέωση προειδοποιήσεως του μισθωτού. Ειδικώς, καθ’ όσον αφορά την προϋπόθεση της συγκαταθέσεως του εργοδότη, αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, μπορεί δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, δηλαδή να συνάγεται εμμέσως από την συμπεριφορά του εργοδότη, ενόψει και των πραγματικών περιστατικών κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, αρκεί, η εκ της συμπεριφοράς αυτής συναγόμενη συγκατάθεση, να είναι σαφής και να μην επιδέχεται αμφιβολία.  Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης δεν εναντιώνεται στην αποχώρηση του μισθωτού και του παρέχει κάθε, αναγκαία για την συνταξιοδότησή του, βεβαίωση.  Αντιθέτως, όταν ο εργοδότης διαφωνεί ή δεν συμφωνεί με την...