+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΑΠΟΦΑΣΗ:         Υπ’ αριθμ.: 7/2019 της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

  1. Η πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επελήφθη του ως άνω θέματος, ύστερα από παραπομπή αυτού με την υπ’ αριθμ.: 1050/2018 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Με την εν λόγω παραπεμπτική του απόφαση, το Τμήμα αυτό έκρινε ότι, οι αποδοχές και το επίδομα κανονικής αδείας προϋποθέτουν δικαίωμα του εργαζομένου προς λήψη κανονικής αδείας, λόγω του, προς αυτήν, παρακολουθηματικού τους χαρακτήρα.  Εάν, συνεπώς, δεν υφίσταται δικαίωμα προς λήψη κανονικής αδείας, δεν υφίσταται και δικαίωμα προς λήψη αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας.

Την εν λόγω παραδοχή της παραπεμπτικής, ως άνω, αποφάσεως επικύρωσε, ως ορθή, με την προαναφερόμενη ομόφωνη απόφασή της η πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.  Αιτιολογώντας το δικαίωμα του εργαζομένου επί των εν λόγω παρακολουθηματικών μισθολογικών παροχών, ως αποβλέπον στην διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας του και στη συμμετοχή του στα αγαθά του ελεύθερου χρόνου, έκρινε ότι, οι κρίσιμες αυτές παροχές [αποδοχές και επίδομα κανονικής αδείας (αναψυχής)] δεν αντιστοιχούν σε ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα του μισθωτού, αλλά σε παρεπόμενο του κυρίου δικαιώματος, δηλαδή του δικαιώματος λήψεως της αδείας.

Επομένως, όταν για λόγους που αφορούν τον εργαζόμενο, δεν οφείλεται άδεια, δεν οφείλονται αποδοχές και επίδομα αδείας «αφού οι επιμέρους παροχές, που συνθέτουν την άδεια αναψυχής έχουν στενή και άμεση εξάρτηση, η δε σχετική αξίωση είναι ενιαία και αδιαίρετη».  Καταληκτικώς, οι ως άνω παροχές χορηγούνται μόνο, εφόσον υφίσταται ενεργό δικαίωμα του εργαζομένου για τη λήψη της ετήσιας κανονικής άδειας, της αποκαλούμενης και άδειας αναψυχής.

  1. Ενδιαφέρουσα είναι η παραδοχή που διέλαβε η ως άνω, υπ’ αριθμ.: 7/2019 απόφαση, αναφορικώς με την κατά νόμο επιρροή στο δικαίωμα λήψεως ετήσιας κανονικής αδείας και, συνεπομένως, των συναφών μισθολογικών παροχών, της αναρρωτικής αδείας που χορηγείται στον εργαζόμενο σε περίπτωση ασθένειας βραχείας διάρκειας. Επί του ζητήματος αυτού, η πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε ότι, παρά την ρητή διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως ισχύει, που προβλέπει τον μη καταλογισμό στον χρόνο της ετήσιας κανονικής αδείας, του κατά περίπτωση προβλεπομένου χρόνου ασθένειας βραχείας διαρκείας (από ένα μέχρι έξι, κατ’ ανώτατο όριο, μήνες, αναλόγως των ετών απασχολήσεως του μισθωτού), η νομίμως χορηγούμενη ετήσια, κανονική, άδεια δεν μειώνεται και όταν η ασθένεια βραχείας διαρκείας του εργαζομένου, πιστοποιούμενη αρμοδίως, υπερβαίνει το κατά περίπτωση νόμιμο όριό της (π.χ. διαρκεί εννέα μήνες, έναντι των τεσσάρων).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ο προβλεπόμενος στην εθνική νομοθεσία (στο άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως ισχύει) συμψηφισμός του χρόνου που υπερβαίνει τα νόμιμα όρια της ασθένειας βραχείας διαρκείας με τον χρόνο της ετήσιας κανονικής άδειας, αντιμετωπίσθηκε, με την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π., ως πρόβλημα παρακάμψεως της εθνικής νομοθεσίας, κατ’ επίκληση ταυτοσήμων παραδοχών του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο ερμηνείας του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ.

Η αιτιολογία των παραδοχών αυτών έχει ως στήριγμα την πραγματική αδυναμία του εργαζομένου να ασκήσει, στον προσήκοντα χρόνο, το δικαίωμα προς λήψη της ετήσιας κανονικής άδειας, εξαιτίας της ασθένειάς του, έστω και αν αυτή υπερβαίνει, όπως στην κριθείσα υπόθεση, την βραχεία διάρκεια που καθορίζει η εθνική νομοθεσία.  Συναφώς προς το ζήτημα αυτό, εφαρμόζεται η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας των διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας.  Βάσει της αρχής αυτής, επιβάλλεται στα εθνικά δικαστήρια να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους, σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, η οποία, όμως, δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς του ενωσιακού δικαίου._