+40 37 217 17 52 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

DECIZIE: In nici:. 1050/2018 a Curții Supreme

  1. Το Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου απασχόλησε το ανωτέρω θέμα, υπό το ακόλουθο ιστορικό: Μισθωτός, που παρείχε στον εργοδότη του, από 17/5/2004, την εργασία του στο πλαίσιο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνεπεία τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα, έλαβε μακράν αναρρωτική άδεια, από 9/8/2013 έως 11/5/2014. Αμέσως, με την επάνοδό του στην εργασία, την επομένη ημέρα (12/5/2014), ο εργοδότης του κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, καταβάλλοντας και τη νόμιμη αποζημίωση.

Ο εργαζόμενος, θεωρώντας ότι είχε δικαίωμα να λάβει κανονική άδεια (άδεια αναψυχής), καθώς και τις αποδοχές και το επίδομα της αδείας αυτής, άσκησε κατά του εργοδότη του τη σχετική αγωγή, η οποία έγινε αποδεκτή σε πρώτο και δεύτερο βαθμό (με την επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως). Τα αιτήματα της αγωγής ήχθησαν, ως νομικά ζητήματα, ενώπιον του Αρείου Πάγου, με αίτηση αναιρέσεως του εργοδότη.

2.α. Το αρμόδιο Τμήμα Β1 του Αρείου Πάγου, ακύρωσε την απόφαση του εφετείου, κατά το μέρος που αυτή δέχθηκε, ως βάσιμη, την αξίωση επί την καταβολή του επιδόματος αδείας. Την παραδοχή αυτή ο Άρειος Πάγος την στήριξε στο γεγονός ότι, ο εργαζόμενος δεν επικαλέστηκε με την αγωγή του την υποβολή αιτήματος, στον εργοδότη του, για την χορήγηση κανονικής άδειας και ότι ο τελευταίος, υπαιτίως (έστω και εξ αμελείας), δεν του χορήγησε την εν λόγω άδεια. Η παράλειψη αυτή του εργαζομένου ήταν ο λόγος απαλλαγής του εργοδότη, από τον, σε βάρος του, καταλογισμό του επιδόματος αδείας, που ισούται με το ποσοστό 100% των αποδοχών αδείας και επιβάλλεται, κατά του εργοδότη, ως αστική κύρωση.

β. Επί του άλλου ζητήματος, αν, δηλαδή, το δικαίωμα του εργαζομένου να λάβει αποδοχές και επίδομα κανονικής αδείας, προϋποθέτει υφιστάμενο δικαίωμα αυτού προς χορήγηση της κανονικής αδείας (αδείας αναψυχής), το ως άνω Τμήμα του Αρείου Πάγου, ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις (του ν. 539/1945, όπως ισχύει, περί αδείας αναψυχής και αποδοχών και του ν. 4504/1966, όπως ισχύει, περί επιδόματος αδείας), αποφάνθηκε, κατ’ ομοψηφία, θετικώς, υπό την έννοια ότι, οι αποδοχές και το επίδομα κανονικής αδείας αποτελούν παρακολουθήματα αυτής. Συνεπώς, μη υφισταμένου δικαιώματος προς λήψη της εν λόγω αδείας, δεν υφίσταται και δικαίωμα επί των εν λόγω παρακολουθημάτων αυτής. Λόγω, όμως, της εξαιρετικής σπουδαιότητας του ως άνω ζητήματος, αυτό παρεπέμφθη, προς επίλυση, στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

NOTĂ

Η προεκτεθείσα παραδοχή επί του παραπεμφθέντος στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ζητήματος, στηρίχθηκε στο πραγματικό γεγονός της μακράς αναρρωτικής άδειας του εργαζομένου, που υπερέβη την βραχεία αναρρωτική άδεια των τριών (3) μηνών κατά νόμον, ο χρόνος της οποίας δεν συμψηφίζεται με τον χρόνο της κανονικής αδείας εντός του, εκάστοτε, συγκεκριμένου ημερολογιακού έτους. Αντιθέτως, ο χρόνος της πέραν του τριμήνου αναρρωτικής αδείας συμψηφίζεται με τον χρόνο της κανονικής αδείας, τον οποίον και απομειώνει ή μηδενίζει, κατά περίπτωση.

Η κρίσιμη παραδοχή της εν θέματι αποφάσεως κρίνεται ορθή, ως επιβαλλόμενη καθ’ ερμηνεία γραμματική, λογική και τελολογική των εφαρμοστέων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. Τούτο δε, καθ’ όσον, η νόμιμη αιτία των κατά τα άνω αποδοχών και επιδόματος αδείας, ανάγεται στην ύπαρξη και στην νόμιμη αιτία του δικαιώματος κανονικής αδείας. Ελλειπούσης αυτής της αιτίας και μη υφισταμένου του οικείου δικαιώματος της κανονικής αδείας, ελλείπει και η αιτία των, μετ’ αυτού του δικαιώματος, αρρήκτως συνδεδεμένων δικαιωμάτων επί των αποδοχών και του επιδόματος κανονικής αδείας, των δικαιωμάτων αυτών αποτελούντων δεύτερη και ισότιμη πτυχή του δικαιώματος της κανονικής αδείας. Είναι δε, επί τούτου, χαρακτηριστικές οι σκέψεις (περί αρρήκτου συνδέσεως και πτυχής) υπ’ αριθμ. 46, 48, 50 και 58 της αποφάσεως, μείζονος συνθέσεως, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, από 6/11/2018, επί των υποθέσεων: C-569/2016 και C570/2016.