+40 37 217 17 52 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΑΠΟΦΑΣΗ: Υπ’ αρίθμ.: 320/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας, επταμελούς συνθέσεως.

I. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό επταμελή σύνθεση, και στο πλαίσιο δίκης – πιλότου, επελέφθη του ακολούθου ζητήματος. Πρώτον, αν είναι ανεκτή κατά το άρθρο 26 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος η ανάθεση, σε ιδιώτες ελεγκτές, της ασκήσεως φορολογικού ελέγχου, υπό την έννοια της ασκήσεως καθηκόντων συλλογής, επεξεργασίας και εκτιμήσεως στοιχείων φορολογικού ελέγχου σε ανώνυμες εταιρείες και εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Δεύτερον, αν, στα φορολογικά δεδομένα του ελέγχου αυτού δεν εντοπίζονται φορολογικές παραβάσεις και η φορολογική Διοίκηση δεν ασκήσει τον δικό της έλεγχο εντός προθεσμίας βραχύτερης του χρόνου παραγραφής του δικαιώματός της (της πενταετίας, ως γενικής παραγραφής), προθεσμίας που η ίδια όρισε με κανονιστική πράξη (ΠΟΛ), μπορεί να θεωρηθεί ως περαιωθείσα η συγκεκριμένη, κατά περίπτωση, εταιρική χρήση.

II. Επί του ανωτέρω ζητήματος, το ως άνω Δικαστήριον απεφάνθη, ως ακολούθως:

  1. Ο φορολογικός έλεγχος αποσκοπεί στην καταστολή της φοροδιαφυγής, η οποία (καταστολή) συνιστά, κατά το ισχύον Σύνταγμα, επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοίκησης.

Ωστόσο, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας φορολογικών ελέγχων δεν αποκλείεται από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 26 του Συντάγματος (ορίζει ότι: « Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση») η ανάθεση καθηκόντων συλλογής, επεξεργασίας και εκτιμήσεως στοιχείων φορολογικού ελέγχου σε ιδιώτες (φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου), τα οποία διαθέτουν, αποδεδειγμένως, τα, προς τούτου, αναγκαία προσόντα και την κατάλληλη εξειδίκευση και εμπειρογνωμοσύνη. Τέτοια πρόσωπα θεωρούνται οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν εγγραφεί στο μητρώο του ν. 3693/2008. Προκειμένου, όμως, να είναι συμβατή προς το Σύνταγμα (άρθρα: 26 παρ. 2, 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1) η άσκηση του φορολογικού ελέγχου ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης από ιδιώτες ελεγκτές, πρέπει, η άσκηση του έργου αυτών, να τελεί υπό τον έλεγχο της φορολογικής Διοίκησης. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι: α) «φορολογικός έλεγχος» εκ μέρους ιδιωτών ελεγκτών δεν πρέπει να προβλέπεται ή / και να λειτουργεί ως νόμιμο υποκατάστατο του ελέγχου της φορολογικής Διοίκησης. β) Βεβαίωση ιδιώτη ελεγκτή ότι δεν προέκυψαν παραβάσεις φορολογικής νομοθεσίας μπορεί να ληφθεί νομίμως υπ’ όψιν από τη φορολογική Διοίκηση, ως κριτήριο επιλογής από αυτήν των προς έλεγχο, από την ιδία, υποθέσεων εντός του οριζομένου από τον νόμο χρόνου παραγραφής. γ) Πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα επανελέγχου από την φορολογική Διοίκηση, ο οποίος να ασκείται με ορισμένη διαδικασία και εντός ευλόγου χρόνου από την υποβολή, σε αυτήν, από τον ιδιώτη ελεγκτή του δικού του πορίσματος (βεβαιώσεως), όπως η έκθεση φορολογικής συμμορφώσεως της ανώνυμης εταιρείας ή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, χωρίς επιφύλαξη για τέλεση φορολογικών παραβάσεων ή το ετήσιο φορολογικό πιστοποιητικό.

  1. Κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεως του προϊσχύσαντος Κώδικα φορολογίας εισοδήματος (άρθρ. 82 παρ. 5 του ν. 2238/1994, όπως ίσχυε μέχρι της καταργήσεώς του με τον νέο κώδικα – ν. 4172/2013) είχε εκδοθεί κανονιστική υπουργική απόφαση (ΠΟΛ).

Στην απόφαση αυτή, ορίζετο ότι, αν σε προθεσμία δέκα οκτώ (18) μηνών από της εκδόσεως, από τον ιδιώτη ελεγκτή, Έκθεσης φορολογικής Συμμόρφωσης (χωρίς επιφύλαξη για τέλεση φορολογικών παραβάσεων), η φορολογική Διοίκηση συμφωνούσε με το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτής, εθεωρείτο περαιωμένος ο έλεγχος της συγκεκριμένης εταιρικής χρήσεως.

Συνακολούθως, μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας και, εφόσον η φορολογική Διοίκηση, εντός της προθεσμίας αυτής, δεν εντόπισε, με δικό της έλεγχο, σημαντικές παραβάσεις (νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, λήψη και έκδοση πλαστών – εικονικών τιμολογίων κ.λ.π.), δεν ενομιμοποιείτο να ασκήσει έλεγχο για τα φορολογικά δεδομένα της συγκεκριμένης και, κατά πλάσμα νόμου, περαιωμένης εταιρικής χρήσεως. Ούτε μπορεί να αναιρεθεί η περαίωση αυτή, με τροποποίηση της κανονιστικής, ως άνω, αποφάσεως και πρόβλεψη δυνατότητας ασκήσεως φορολογικού ελέγχου από την φορολογική Διοίκηση, μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα οκτώ (18) μηνών και εντός της γενικής προθεσμίας της πενταετούς παραγραφής του σχετικού δικαιώματός της. Η θέση αυτή απετέλεσε και τη σχετική διάγνωση – απόφαση της ως άνω αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. –

NOTĂ

Οι «νόμιμοι ελεγκτές» ή «ελεγκτικά γραφεία» είναι θεσμικά όργανα, που θεσπίσθηκαν με το ενωσιακό δίκαιο (Οδηγία 2006/43/ΕΚ), το οποίο εισήχθη στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 3693 /2008.

Με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονταν ο υποχρεωτικός έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων ανωνύμων εταιρειών από τα ως άνω όργανα, τα οποία λαμβάνουν σχετική επαγγελματική άδεια από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων και εγγράφονται στο τηρούμενο από αυτήν δημόσιο μητρώο ελεγκτών.

Ήδη, το ως άνω καθεστώς που διέπει τα ανωτέρω όργανα μεταβλήθηκε με τον σήμερον ισχύοντα ν. 4449/2019, εκδοθέντα σε συμμόρφωση με νέα, την υπ’ αριθμ.: 2014/56/ΕΕ Οδηγία.

Τα προαναφερόμενα ιδιωτικά ελεγκτικά όργανα νομιμοποιήθηκαν στις διαδικασίες φορολογικού ελέγχου, τόσο με διατάξεις του προϊσχύσαντος Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994, όπως εκάστοτε ίσχυε), όσο και με διατάξεις του ισχύοντος Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013, άρθρ. 65 Α, όπως ισχύει), ως όργανα επικουρούντα τους ελεγκτές της φορολογικής Διοίκησης και συμβάλλοντα, τόσο στην ταχεία εκκαθάριση των φορολογικών υποχρεώσεων των υποχρέων προσώπων, όσο και στην εξοικονόμηση ανθρώπινου και τεχνικού δυναμικού του ελεγκτικού μηχανισμού της φορολογικής Διοίκησης. Υπό το νέο καθεστώς, τα ανωτέρω ελεγκτικά όργανα διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, σε ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, καθώς και σε υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων και εκδίδουν ετήσιο φορολογικό πιστοποιητικό.-