+40 37 217 17 52 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

DECIZIE: Υπ΄αριθμ. 423/2016 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Με την προαναφερομένη απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας αντιμετώπισε το ζήτημα, αν, πριν από την έκδοση (από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ), αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται σε βάρος εργοδοτών διοικητικές κυρώσεις, όπως Πράξεις Επιβολής Προστίμου Ακαταχώριστων Εργαζομένων (Π.Ε.Π.Α.Ε.), πρέπει να καλείται σε ακρόαση ο εργοδότης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ΚΔΔ), όπως δέχονταν, κατά τρόπο πάγιο, τα Διοικητικά Δικαστήρια της ουσίας (Διοικητικά Πρωτοδικεία και Εφετεία). Τα εν λόγω Δικαστήρια έκριναν, με σειρά αποφάσεών τους, ότι, παρότι ο εργοδότης είχε δικαίωμα να ασκήσει κατά των ως άνω αποφάσεων των οργάνων του ΙΚΑ ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της, κατά περίπτωση, αρμόδιας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (οργάνου του ΙΚΑ), η προσφυγή αυτή δεν υποκαθιστούσε το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως του εργοδότη, ως ουσιώδη τύπο της διαδικασίας κατά τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΔΔ.[1]

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την ανωτέρω απόφασή του (και άλλες ταυτόσημες κατά το αιτιολογικό και διατακτικό μέρος τους) έκρινε ότι, οι διατάξεις περί διοικητικής ακροάσεως του Συντάγματος και του ΚΔΔ δεν έχουν έδαφος εφαρμογής σε περιπτώσεις δυσμενών διοικητικών πράξεων, όπως, εν προκειμένω, οι Π.Ε.Π.Α.Ε., οι οποίες εκδίδονται βάσει αντικειμενικών προϋποθέσεων και κατά τρόπο μη συνδεόμενο με οποιαδήποτε υποκειμενική συμπεριφορά του προσώπου, σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του οποίου οι πράξεις αυτές εκδίδονται. Στην προκειμένη περίπτωση, για την έκδοση Π.Ε.Π.Α.Ε. αρκεί η διαπίστωση των τυπικών παραβάσεων της μη καταχωρίσεως ή της μη εμπρόθεσμης καταχωρίσεως νεοπροσλαμβανόμενων μισθωτών στο προς τούτο προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο που οφείλει να τηρεί ο εργοδότης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας αυτού και ανεξαρτήτως του γεγονότος αν ο εργοδότης τηρεί τις λοιπές υποχρεώσεις του ως προς του μισθωτούς αυτούς, οι οποίες απορρέουν από τη νομοθεσία του ΙΚΑ.-

NOTĂ:

Το δικαίωμα της προηγούμενης διοικητικής ακροάσεως του ενδιαφερομένου, όπως κατοχυρώνεται συνταγματικώς και προβλέπεται η άσκησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 και 6 του Συντάγματος και του ΚΔΔ, αντιστοίχως, καθιερώνεται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας εκδόσεως δυσμενών διοικητικών ενεργειών ή μέτρων, η δε τήρησή του, όπου επιβάλλεται, ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια.

Η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος αποσκοπεί στην καλύτερη ενημέρωση της Διοικήσεως, με τη θέση, υπ’ όψιν της, των απόψεων και στοιχείων του ενδιαφερομένου εις τρόπον ώστε, και τα συμφέροντα αυτού να προστατεύονται και η Διοίκηση, υπό πληρέστερη ενημέρωση, να τηρεί τις αρχές της νομιμότητας και της χρηστής διοικήσεως. Το δικαίωμα αυτό, υπό τη μορφή του ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ασκείται παραδεκτώς ως αξίωση δημοσίου δικαίου, στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η Διοίκηση ενεργεί σε πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας, λαμβάνοντας υπόψιν στοιχεία συνδεόμενα με την υποκειμενική συμπεριφορά ή την υπαιτιότητα του ενδιαφερομένου – θιγομένου προσώπου. Δεν παρέχεται έδαφος εφαρμογής των περί του δικαιώματος αυτού διατάξεων στην περίπτωση της δέσμιας αρμοδιότητας της Διοικήσεως (όταν, δηλαδή, δεν καταλείπεται σ΄αυτή έδαφος διακριτικής ευχέρειας), καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η διοικητική ενέργεια ή το μέτρο λαμβάνονται ασυνδέτως προς την υποκειμενική συμπεριφορά ή την υπαιτιότητα του διοικουμένου.-

[1] Το άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος ορίζει το δικαίωμα του ενδιαφερομένου – εν προκειμένω του εργοδότη – να καλείται και να εκθέτει τις απόψεις του πριν από κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του, στο δε άρθρο 6 του ΚΔΔ ρυθμίζεται η άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος ακροάσεως.