+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΑΠΟΦΑΣΗ:         Υπ’ αριθμ.: 1786/2019 του Συμβουλίου της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.).

  1. Με τις διατάξεις του ν. 1387/1983 ορίζεται η έννοια των ομαδικών απολύσεων απασχολουμένων σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις (με αριθμό κλιμακούμενο αναλόγως επί του συνολικού – πέραν των είκοσι – αριθμού εργαζομένων) και, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4472/2017, προεβλέπετο διοικητικός έλεγχος των απολύσεων αυτών.  Ο έλεγχος αυτός συνίστατο στην έγκριση ή μη των απολύσεων, για λόγους που δεν αφορούσαν τους εργαζομένους, αλλά τους εργοδότες αυτών (επιχείρηση ή εκμετάλλευση), ύστερα από συνεκτίμηση των τότε εφαρμοζομένων κριτηρίων, ήτοι: α) των συνθηκών αγοράς εργασίας, β) της καταστάσεως της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως και γ) του συμφέροντος της εθνικής οικονομίας.  Μεγάλη επιχείρηση, είχε υποβάλει στον τότε αρμόδιο υπουργό εργασίας, προς έγκριση, πρακτικό απολύσεως ορισμένου αριθμού μισθωτών της, επικαλούμενη καταστάσεις που την υπαγόρευαν (συρρίκνωση αγοράς, παραγωγική αναδιάρθρωση κ.λ.π.).  Ο υπουργός ενέκρινε την αρνητική γνωμοδότηση για μη έγκριση του αιτήματος της επιχειρήσεως.  Την υπουργική αυτή απόφαση προσέβαλε η επιχείρηση, με αίτηση ακυρώσεως, ενώπιον του Σ.τ.Ε.  Το τελευταίο, επειδή η σχετική διαφορά ενείχε το στοιχείο της «ενωσιακής διασυνοριακότητας», λόγω του ότι, μέτοχος της επιχειρήσεως ήταν εταιρεία γαλλικών συμφερόντων, γεγονός που έφερε στο πεδίο εφαρμογής το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, διετύπωσε προς το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:  i) Αν ήταν συμβατή με την Οδηγία 98/59/ΕΚ (θεσπίζει την ελάχιστη προστασία των εργαζομένων που αντιμετωπίζουν ομαδικές απολύσεις) και το άρθρο 49 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [(ΣΛΕΕ) θεσπίζει την απαγόρευση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως υπηκόων κράτους μέλους της Ε.Ε., που περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, καθώς και τη σύσταση και διαχείριση επιχειρήσεων], η ρύθμιση περί του διοικητικού ελέγχου των ομαδικών απολύσεων βάσει των, ως άνω, κριτηρίων του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 1387/1983, όπως ίσχυε τότε, και ii) σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αν, σοβαροί κοινωνικοί λόγοι, όπως η οξεία οικονομική κρίση και η, ιδιαιτέρως αυξημένη, ανεργία καθιστούσαν συμβατή την εθνική, ως άνω, ρύθμιση με τις προαναφερόμενες διατάξεις του δικαίου (πρωτογενούς και παραγώγου) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Το ΔΕΕ: Πρώτον, έλαβε υπ’ όψιν την έλλειψη κανόνων του ενωσιακού δικαίου, ενισχυτικών της προστασίας των εργαζομένων και των θέσεων εργασίας τους. Δεύτερον, επισήμανε ότι, μία νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους, θέτουσα υπό διοικητική έγκριση τις αποφάσεις των επιχειρήσεων να προβαίνουν σε ομαδικές απολύσεις, είναι ικανή να καταστήσει, εξ αρχής, ολιγότερον ελκυστική την εγκατάσταση στο εν λόγω κράτος μέλος, επιχειρήσεως με προέλευση από άλλα κράτη μέλη και, εν συνεχεία, να περιορίσει σημαντικά ή και να εξαλείψει τη δυνατότητά τους (των επιχειρήσεων) να ρυθμίζουν τη δραστηριότητά τους ή και να την παύουν, αποδεσμευόμενες από τις συμβατικές σχέσεις τους με τους εργαζόμενους, που έχουν προσλάβει.  Τρίτον, υπό τις ως άνω σκέψεις, δέχθηκε ότι, δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, ένα ρυθμιστικό πλαίσιο προϋποθέσεων, υπό τη συνδρομή των οποίων να πραγματοποιούνται οι ομαδικές απολύσεις, αυτό όμως θα πρέπει να ικανοποιεί τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας και να είναι συμβατό με το άρθρο 49 της ΣΛΕΕ, που κατοχυρώνει την ελευθερία εγκαταστάσεως, κατά τα ανωτέρω.  Τέταρτον, κρίνοντας τα ως άνω κριτήρια της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως (των οποίων, η συνεκτίμησή τους οδήγησε στην μη έγκριση των ομαδικών απολύσεων), απεφάνθη ως εξής:  Το κριτήριο του συμφέροντος της εθνικής οικονομίας, ως κατατείνον στην επίτευξη σκοπού οικονομικής φύσεως, δεν δικαιολογεί τον περιορισμό της θεμελιώδους ελευθερίας εγκαταστάσεως, που κατοχυρώνεται από την ΣΛΕΕ.  Τα άλλα δύο κριτήρια (των συνθηκών της αγοράς εργασίας και της καταστάσεως της επιχειρήσεως) «είναι διατυπωμένα κατά τρόπον υπέρμετρα γενικό και ασαφή», καθόσον δεν στηρίζονται σε αντικειμενικές και δυνάμενες να ελεγχθούν προϋποθέσεις, υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών και, κατ’ ακολουθίαν, δεν ικανοποιούν τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας.

 

Το Σ.τ.Ε., λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις παραδοχές του Δ.Ε.Ε., προέβη στην ακύρωση της  υπουργικής αποφάσεως, επειδή εκδόθηκε στη βάση της προπαρατεθείσης εθνικής ρυθμίσεως, προς την οποία αντιτίθεται το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το άρθρο 49 της ΣΛΕΕ).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

  1. Το άρθρο 5 του ν. 1387/1983, που θέσπιζε τον διοικητικό έλεγχο των ομαδικών απολύσεων κατ’ εφαρμογή των σχετικών, ως άνω, κριτηρίων, αναμορφώθηκε ριζικώς, ύστερα από την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 4472/2017. Με τις τροποποιητικές διατάξεις του τελευταίου νόμου καταργήθηκε ο διοικητικός έλεγχος που ασκούνταν με τα προαναφερόμενα κριτήρια και η συνολική ρύθμιση του ν. 1387/1983 διαμορφώθηκε σε επίπεδο ελάχιστης προστασίας των εργαζομένων, που αντιμετωπίζουν ομαδικές απολύσεις, συνισταμένης: α) σε υποχρέωση διαβουλεύσεως με τη συμμετοχή των εκπροσώπων των εργοδοτών και των εργαζομένων, με στόχο την από κοινού αναζήτηση δυνατοτήτων αποφυγής ή μειώσεως των απολύσεων και αμβλύνσεως των συνεπειών τους και β) στον καθορισμό συγκεκριμένης διαδικασίας για τη διενέργεια των ομαδικών απολύσεων, η οποία περιλαμβάνει κοινοποίηση του σχετικού σχεδίου στην αρμόδια δημόσια αρχή (Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας), προκειμένου να αναζητήσει την εξεύρεση λύσεων στα γεννώμενα προβλήματα.
  2. Εθνική ρύθμιση, που θεσπίζει διοικητικό έλεγχο επί των ομαδικών απολύσεων, τελεί υπό τον περιορισμό της, υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεως του άρθρου 49 της ΣΛΕΕ περί ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων και επιχειρήσεων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους. Τούτο δε, καθόσον, μία τέτοια ρύθμιση είναι ασύμβατη με την ανωτέρω, απαγορευτική, διάταξη του ενωσιακού δικαίου, δεδομένου ότι αποτελεί, κατ’ αρχήν, σημαντική επέμβαση στην άσκηση ελευθεριών, που απολαύουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς.  Αυτό ισχύει και για την ελευθερία των επιχειρήσεων να προσλαμβάνουν εργαζομένους, ώστε να είναι σε θέση να ασκήσουν τις δραστηριότητές τους, ή ακόμη να παύουν, για δικούς τους λόγους, τη δραστηριότητα της εγκαταστάσεώς τους, καθώς και για την ελευθερία τους να κρίνουν εάν και πότε πρέπει να καταρτίσουν σχέδιο ομαδικών απολύσεων, ιδίως για λόγους που σχετίζονται με την παύση ή την μείωση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, τη μείωση της ζητήσεως του παραγόμενου προϊόντος ή, ακόμη, την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως, ανεξαρτήτως του επιπέδου της δραστηριότητάς της._