+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΑΠΟΦΑΣΗ:  Υπ΄ αριθμ: 250/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

1. Το εν θέματι νομικό ζήτημα, ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος για την Φορολογική Διοίκηση, ήχθη προς επίλυση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), κατόπιν παραδεκτής ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως του Ελλ. Δημοσίου, ως νομικό ζήτημα που δεν είχε επιλυθεί με απόφαση του ΣτΕ ή άλλου, ανωτάτου, δικαστηρίου.

Συνοπτικώς, το ιστορικό του ζητήματος αυτού, έχει ως εξής : Εταιρεία, με αντικείμενο εργασιών την ανακύκλωση μετάλλων (χαλκού, ορειχάλκου, αλουμινίου κ.α.), προμηθεύτηκε το σχετικό SCRAP βάσει νομίμως θεωρημένων τιμολογίων, με εκδότρια αυτών ατομική επιχείρηση, ασκούσα συναφή δραστηριότητα. Η αγοράστρια εταιρεία κατέβαλε το σχετικό τίμημα της αξίας που αναγραφόταν στα τιμολόγια με δίγραμμες επιταγές, κατεχώρησε στα βιβλία της τις οικείες συναλλαγές και άσκησε το δικαίωμα εκπτώσεως του Φ.Π.Α. επί των φορολογητέων εισροών (του αναγραφόμενου στα τιμολόγια χρηματικού ποσού).

Επακολούθησε έλεγχος, από το ΣΔΟΕ της, κατά τα τιμολόγια, προμηθεύτριας επιχειρήσεως και, δια της διασταυρώσεως των εξετασθέντων φορολογικών στοιχείων, προέκυψε ότι το πρόσωπο που πραγματοποίησε τη συναλλαγή των τιμολογίων, δια της παραδόσεως, στην εταιρεία, των αναγραφομένων σε αυτά αγαθών, δεν ήταν της ατομικής επιχειρήσεως, που αναγραφόταν στα τιμολόγια ως εκδότρια, αλλά άλλο, άγνωστο.

Η ανακάλυψη αυτή, απετέλεσε τον λόγο εκδόσεως συμπληρωματικής φορολογικής πράξεως εις βάρος της εταιρείας, αποδέκτριας των τιμολογίων. Με την πράξη αυτή, μειώθηκαν οι φορολογητέες εισροές της εταιρείας, κατά το ποσό της αναγραφόμενης στα τιμολόγια αξίας και, κατ΄ ακολουθίαν, ο επί του ποσού αυτού αναλογών και εκπεσών Φ.Π.Α., κατέστη απαιτητός.

2. Το διοικητικό εφετείο, του οποίου την αναίρεση της αποφάσεώς του αιτήθηκε το Ελλ. Δημόσιο, δέχθηκε ως νόμιμη την έκπτωση του Φ.Π.Α., βάσει των ως άνω τιμολογίων και ακύρωσε την συμπληρωματική φορολογική πράξη. Την κρίση του αυτή στήριξε στην καλή πίστη της εταιρείας, η οποία, όπως δέχθηκε βάσει των αποδείξεων, δεν τελούσε σε γνώση της εικονικότητας των τιμολογίων ως προς το πρόσωπο του εκδότη αυτών.

Για την κρίσιμη, αυτή, παραδοχή του, το εφετείο έλαβε υπ΄ όψιν του, ως δεδομένα, τα νομοτύπως θεωρημένα τιμολόγια, το συναφές περιεχόμενο αυτών προς τις δραστηριότητες της εταιρείας και της ατομικής επιχειρήσεως, υπό την ιδιότητα των συναλλασσομένων, την καταχώρηση των οικείων συναλλαγών στα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας και την αποδεδειγμένη καταβολή του τιμήματος της προμήθειας των αναγραφόμενων στα τιμολόγια αγαθών.

3. Το Ελλ. Δημόσιο ισχυρίσθηκε, με την αίτησή του ενώπιον του ΣτΕ, ότι τα επίμαχα τιμολόγια, ενόψει της αναμφισβήτητης εικονικότητάς τους ως προς το πρόσωπο του εκδότη τους (όντος διαφορετικού από αυτό του πραγματοποιήσαντος την οικεία συναλλαγή με την εταιρεία), δεν αποτελούν νόμιμα φορολογικά στοιχεία, ικανά να θεμελιώσουν την, κατά τα ανωτέρω, γενόμενη έκπτωση του Φ.Π.Α. επί της αναγραφομένης σε αυτά αξίας των αγαθών (του SCRAP).

Το ΣτΕ, στηριζόμενο στην ανέλεγκτη κρίση του δ. εφετείου, αναφορικώς με το γεγονός ότι, η αποδέκτρια των τιμολογίων και των περιγραφομένων σε αυτά αγαθών, καλοπίστως αγνοούσε ότι, η εκδότρια των τιμολογίων δεν ήταν το πρόσωπο με το οποίο πραγματοποίησε τις οικείες συναλλαγές, επικύρωσε, ως νομικώς ορθή, την αναιρεσιβληθείσα απόφαση του Εφετείου. Ειδικότερα, στις παραδοχές της εφετειακής αποφάσεως οδηγεί η ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του νόμου περί Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, όπως ισχύει), των διατάξεων περί των τηρούμενων βιβλίων και στοιχείων και, ειδικώς, περί των στοιχείων των εκδιδόμενων τιμολογίων.

Εφόσον μία συναλλαγή, όπως η σχετική με το θέμα, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά και στοιχεία που διαπίστωσε το Δ. Εφετείο (θεωρημένα τιμολόγια, καταχώριση των οικείων συναλλαγών στα βιβλία, όπου καταγράφονται οι φορολογητέες εισροές, πιστοποίηση της πραγματοποιήσεως των συναλλαγών αυτών σύμφωνα με την οικεία έκθεση ελέγχου, συνάφεια του αντικειμένου των εργασιών του εκδότη των τιμολογίων με αυτό του αποδέκτη αυτών, έγκυρη απόδειξη της καταβολής του τιμήματος της προμήθειας μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με δίγραμμη επιταγή), τότε, εάν η φορολογική αρχή δεν αποδεικνύει τη γνώση του ασκούντος το δικαίωμα εκπτώσεως του Φ.Π.Α. περί του γεγονότος ότι, ο εκδότης των τιμολογίων δεν είναι το πρόσωπο με το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι, κατ΄ αυτά, συναλλαγές, ασκείται νομίμως το εν λόγω δικαίωμα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Η απόδειξη της εικονικότητας φορολογικού στοιχείου, του οποίου γίνεται επίκληση ως νομίμου για την άσκηση του δικαιώματος εκπτώσεως από Φ.Π.Α. επί φορολογητέων εισροών, αποτελεί χρέος της Φορολογικής Αρχής, κατά περιπτώσεις δυσεκπλήρωτο. Εκπληρώνεται δε, όταν, με αντικειμενικά στοιχεία βεβαιώνεται, επαρκώς, ότι, ο λήπτης του φορολογικού εικονικού στοιχείου είχε ή όφειλε να έχει γνώση του γεγονότος ότι, η συναλλαγή του με τον εκδότη του έγινε στο πλαίσιο απάτης, που διέπραξε ο εκδότης, ή άλλος επιχειρηματίας, σε προηγούμενο στάδιο της αλυσίδας παραδόσεως αγαθών. Το εν λόγω δικαίωμα συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινού συστήματος Φ.Π.Α., που έχει καθιερώσει ο ενωσιακός νομοθέτης, ασκείται για το σύνολο των φόρων που επιβάλλονται με πράξεις της Φορολογικής Αρχής επί των φορολογητέων εισροών και δεν μπορεί, κατ΄ αρχήν, να περιοριστεί. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού εξαρτάται από την κατοχή τιμολογίου ή άλλου αποδεικτικού στοιχείου, πιστοποιούντος την πραγματοποίηση της συναλλαγής στην οποία στηρίζεται η, περί εκπτώσεως του Φ.Π.Α., υποβαλλόμενη αίτηση. Τυπικές, εξάλλου, παραλείψεις στο περιεχόμενο του τιμολογίου ή παραβάσεις λογιστικού τύπου, δεν οδηγούν στην εκμηδένιση της ασκήσεως του δικαιώματος εκπτώσεως από τον Φ.Π.Α., εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές, προς τούτο, προϋποθέσεις.