+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Απόφαση: Υπ’ αριθμ.: 359/2020 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ι. Ενώπιον της Ολομελείας του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της Χώρας παραπέμφθηκε, προς επίλυση, ως μείζονος σπουδαιότητας, το ζήτημα: Αν, το αθωωτικό αποτέλεσμα αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, επιδρά και πώς επί εκκρεμούς διοικητικής (τελωνειακής ή φορολογικής) διαδικασίας, ενόψει, αφενός των διατάξεων του άρθρου 96 του ισχύοντος Συντάγματος και, αφετέρου, της αρχής ne bis in idem (όχι δύο φορές στο ίδιο / αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου).  Το ιστορικό υπόβαθρο του εν λόγω ζητήματος, ήταν το εξής:  Εισαγωγική εταιρεία, εδρεύουσα και δραστηριοποιούμενη στη χώρα μας, εισήγαγε από το εξωτερικό υποκείμενο σε δασμούς και φόρους συγκεκριμένο προϊόν.  Κατά τον έλεγχο της εισαγωγής του προϊόντος βάσει των συνοδευτικών τελωνειακών εγγράφων, διαπιστώθηκε από την αρμόδια τελωνειακή αρχή παράβαση διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα, η οποία, αφενός μεν απετέλεσε το αντικείμενο ποινικής δίκης, αφετέρου δε, επέσυρε την επιβολή της διοικητικής κυρώσεως των πολλαπλών τελών και διαφυγόντων δασμών και φόρων, πολλαπλασίου ποσού εκείνου, που αντιστοιχούσε σε δασμοφορολογική επιβάρυνση νόμιμης εισαγωγής του συγκεκριμένου προϊόντος.  Η ποινική δίκη κατά των μηνυθέντων προσώπων κατέληξε σε αμετάκλητο αθωωτικό αποτέλεσμα, ενώ η διοικητική δίκη που άνοιξε με την άσκηση προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου κατά των πράξεων επιβολής των ως άνω βαρών δεν επηρεάσθηκε, καταλυτικώς, από την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, καθόσον, τα εν λόγω βάρη μετριάσθηκαν, κατά μικρό ποσό, με απόφαση (τελεσίδικη) του αρμοδίου διοικητικού εφετείου.  Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι η διοικητική δίκη είχε, ως πλαίσιο ακυρωτικού ελέγχου, τη διάταξη του Τελωνειακού Κώδικα, κατά την οποία: «Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Ποινικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν», καθώς και τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με τον ν. 4446/2016), κατά την οποία, τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται:  «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη».

ΙΙ. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) κατέληξε στην ακύρωση των διοικητικών πράξεων επιβολής πολλαπλών τελών και διαφυγόντων δασμών-φόρων, όπως τα αντίστοιχα ποσά είχαν περιοριστεί με απόφαση του Δ. Εφετείου, αποδεχόμενη πλήρως την αίτηση αναιρέσεως της προσφυγούσης εταιρείας.  Στο ακυρωτικό αυτό αποτέλεσμα, η Ολομέλεια του Σ.τ.Ε. κατέληξε βάσει των ακόλουθων, ενδιαφερουσών, γενικώς, παραδοχών.

  1. Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 96 του ισχύοντος Συντάγματος, που αποτέλεσε το πλαίσιο του ασκηθέντος αναιρετικού, κατά τα ανωτέρω, ελέγχου, μετά της αρχής: ne bis in idem (ορίζει ότι: «Στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι», ουδόλως αποκλείει την επιβολή, από τα όργανα της Διοικήσεως (όπως, των Τελωνειακών και Φορολογικών Αρχών) την επιβολή χρηματικών κυρώσεων (που δεν έχουν τον χαρακτήρα στερητικών, της ελευθερίας ποινών) για παραβάσεις της φορολογικής ή τελωνειακής νομοθεσίας, ακόμα και αν οι κυρώσεις αυτές έχουν «ποινικό» χαρακτήρα κατά την έννοια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Τούτο υπαγορεύεται από την καταστολή της δασμοφοροδιαφυγής, η οποία, κατά το Σύνταγμα, συνιστά επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της Φορολογικής Διοικήσεως και των Τελωνειακών Αρχών.
  2. Ενόψει της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ [ορίζει ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ιδίου Κράτους για μία παράβαση για την οποία αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού»] και, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η αρχή: ne bis in idem (η οποία αποτελεί γενική αρχή δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδήλωση των αρχών του κράτους δικαίου και του δεδικασμένου) στην περίπτωση επιβολής διοικητικών κυρώσεων «ποινικού» χαρακτήρα, όπως οι κριθείσεις με την εν θέματι απόφαση, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κυρώσεων, οι οποίες δεν συνδέονται μεταξύ τους, κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον, β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι «ποινικές» κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των ονομαζομένων κριτηρίων Engel.  Σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, μπορούν να θεωρηθούν ως «ποινικές» και κυρώσεις που επιβάλλονται από τα διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσεως των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπομένων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, γ) μία από τις εν λόγω διαδικασίες θα πρέπει να περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση (είτε καταδικαστική είτε αθωωτική, υπό τον όρο ότι, η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικώς με την ουσία της υποθέσεως, δηλαδή με την τέλεση ή μη της παραβάσεως και δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ιδίου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους, αναποσπάστως, κατά τόπο και χρόνο και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κυρώσεως.

  1. Ο κοινός νομοθέτης κωλύεται μεν, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 96 του ισχύοντος Συντάγματος, να εξαρτήσει την άσκηση των εξουσιών της Διοικήσεως για την επιβολή χρηματικών κυρώσεων ή/και της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων από την προηγούμενη ποινική καταδίκη του φορολογουμένου για το αντιστοίχως προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής ή λαθρεμπορίας, αλλά, πάντως, σε περίπτωση που προβλέπονται για την ίδια παραβατική συμπεριφορά τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις, δεν αποκλείεται η θέσπιση και εφαρμογή διατάξεων νόμου (όπως της προαναφερόμενης του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ), από τις οποίες να προκύπτει, επίδραση της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας και δίκης περί φοροδιαφυγής ή λαθρεμπορίας στην αντίστοιχη διοικητική διαδικασία και δίκη.

Βάσει των ανωτέρω παραδοχών και άλλων συναφών, η Ολομέλεια του ΣτΕ. δέχθηκε ότι, στην κριθείσα υπόθεση είχαν συντρέξει οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, και, κατ’ ακολουθίαν, η μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής, καθώς και της αρχής ne bis in idem απετέλεσαν το σφάλμα της αποφάσεως του διοικητικού εφετείου και τον λόγο δικαιώσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Στην παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστέθηκε νέο εδάφιο με τον ν. 4446/2016, που έχει ως εξής: Τα δικαστήρια δεσμεύονται επίσης: «από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα βουλεύματα, εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης».

Με την ανωτέρω προσθήκη η οποία εναρμονίζεται με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθίσταται πλέον ευχερής η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ και, δι’ αυτής, η ενεργοποίηση της αρχής ne bis in indem, σε ασφαλέστερο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεως.

Στην αντίστροφη σχέση ποινικής και διοικητικής δίκης, στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν υφίσταται σχετική διάταξη περί του τρόπου επιδράσεως στην ποινική δίκη αμετάκλητης ακυρωτικής αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου.

Τέτοια απόφαση προφανώς θα κριθεί κατ’ αναλογία, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 62 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που ορίζει ότι: «Απόφαση πολιτικού δικαστηρίου για ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη δεν δεσμεύει τον ποινική δικαστή, αποτελεί όμως γι’ αυτόν στοιχείο που το εκτιμά ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις (άρθρα 177 και 178).