+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Κατά το αρθρ. 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκε να τον βαρύνουν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 325 ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή προς την οφειλή του, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, δικαιούται ν` αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής μέχρις ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Το δικαίωμα επισχέσεως που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή μπορεί να προταθεί και στη σύμβαση εργασίας, αν ο εργοδότης δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του εργαζομένου, που απορρέουν από τη σύμβαση ή το νόμο. Έτσι, εφόσον ο εργοδότης καθυστερεί την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ο εργαζόμενος δικαιούται, ν` ασκήσει επίσχεση της παροχής της εργασίας του, αρνούμενος να εργαστεί, εωσότου να ικανοποιηθούν οι ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του, μέχρι της καταβολής των οφειλόμενων αποδοχών (βλ. ΑΠ 1303/2005 ΔΕΕ 2005.1333, ΑΠ 1209/1999 ΔΕΝ 2001.227 ΕΕργΔ 2000.846, ΕλλΔνη 2001.407, ΑΠ 197/1995 ΔΕ 1995.1185, ΕΕργΔ 1996.170). Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκήσει ο μισθωτός και προκειμένου ο εργοδότης να εκπληρώσει άλλο (πλην της καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών) ουσιώδη όρο της εργασιακής σύμβασης, από την παράβαση του οποίου έχει δημιουργηθεί ενδεχομένως ληξιπρόθεσμη αξίωση του εργαζομένου (βλ. ΕφΘες 611/1995, ΔΕΝ 1996.1165, ΕΕργΔ 1996.487). Ο εργαζόμενος ασκεί το δικαίωμά του με δήλωση προς τον εργοδότη, ότι παύει να του παρέχει την εργασία του, μέχρι να του πληρώσει τις καθυστερούμενες αποδοχές του ή ενδεχομένως να εκπληρώσει άλλο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι, στην περίπτωση αυτή, υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, εφόσον δηλαδή δεν καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές και δεν εκπληρώσει άλλο, ουσιώδη πάντως, όρο της σύμβασης (ή δεν προβαίνει ο ίδιος σε νόμιμη και μη παραβιάζουσα τα αξιολογικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, (βλ. ΑΠ 1412/1986, ΕΕργΔ 1987.817), να πληρώνει στον εργαζόμενο (που έχει ασκήσει νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του) τις αποδοχές του, σαν να εργαζόταν κανονικά (άρθρο 656 ΑΚ βλ. ΑΠ 1209/1999, ό.π., ΑΠ197/1995, ό.π., ΑΠ 1412/1986, ΕΕργΔ 1987.817, ΕφΘεσ 611/1995, ό.π.) και δεν έχει (ο εργοδότης) το δικαίωμα, να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας ως εκ της μη παροχής των υπηρεσιών του εργαζομένου (βλ. ΑΠ 1412/1986, ό.π.). Η υπερημερία του εργοδότη παύει είτε με την προσήκουσα καταβολή των οφειλομένων ή την εκπλήρωση του ουσιώδους όρου της σύμβασης, είτε ύστερα από συμφωνία με τον εργαζόμενο (βλ. ΕφΘεσ 611/1995, ό.π.). Επίσης, παύει, όπως προαναφέρθηκε, και με τη νόμιμη καταγγελία της εργασιακής σχέσεως εκ μέρους του εργοδότη, εκτός αν η καταγγελία προκλήθηκε από την επίσχεση εργασίας και γίνεται από λόγους εκδίκησης του εργοδότη λόγω της ασκήσεώς της, οπότε και είναι άκυρη ως προφανώς καταχρηστική (βλ. ΕφΑθ 11510/1989, ΝοΒ 38.651).

Η άσκηση αυτού του δικαιώματος (επίσχεση της εργασίας), πάντως, απαγορεύεται, κατά το άρθρο 281 ΑΚ (βλ. και ΑΠ 197/1995, ό.π.), όταν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Υπέρβαση αυτών των ορίων υφίσταται, όταν ο μισθωτός προβαίνει σε επίσχεση εργασίας του, λόγω του ότι ο εργοδότης καθυστερεί σχετικώς ασήμαντο μέρος των αποδοχών του καθώς και αποδοχών που αμφισβητούνται ή που έχουν  ανάγκη  εκκαθαρίσεως (βλ. ΑΠ 1803/1987, ΕΕργΔ 1989.177, ΑΠ 516/1983, ΕΕργΔ 1983.834, ΕφΑθ 5385/1996, ΕλλΔνη 1997.906). Προϋπόθεση, επίσης, για την άσκηση αυτού του δικαιώματος είναι η αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, ανεξάρτητα από το εάν η καθυστέρηση οφείλεται σε δυστροπία του (βλ. ΕφΘεσ 611/1995, ό.π.). Τα ανωτέρω (αξιόλογη καθυστέρηση σημαντικού σχετικώς μέρους       των αποδοχών   κλπ.) κρίνονται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (βλ. ΕφΘεσ 611/1995, ό.π.). Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 1153/2009, ΔΕΕ 2011/348, ΑΠ 1264/1986 ΝοΒ 1987/915, ΕφΘεσ 483/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί επίσχεση για τον εξαναγκασμό του εργοδότη σε αυξήσεις παροχών ή σε άλλες παροχές, που δεν έχουν γεννηθεί και δεν είναι ληξιπρόθεσμες (Λ.Ντάσιου, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τόμ. Α/Ι, έκδ.1991, σελ. 790).