+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΑΠΟΦΑΣΗ: υπ’ αριθμό 4003/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Θέμα: Φορολογητέα αξία ακινήτων – Αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της – Περιοδική, ανά διετία, αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων προς τις αγοραίες αξίες αυτών- Δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης – Τρόπος αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών.

Με την υπ’ αριθμ. 4003/2014 απόφαση τη Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας επιλύθηκαν τα ανωτέρω, επί μέρους, ζητήματα, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων που τα διέπουν. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι:

  • Με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.1249/1982, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, θεσπίστηκε σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων σε περίπτωση μεταβιβάσεώς τους με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας και περιοδικής, ανά διετία, αναπροσαρμογής της εν λόγου φορολογητέας αξίας με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών μέσω καθιερωμένης, προ τούτο, ειδικής διαδικασίας.
  • Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίστηκε δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης να προβαίνει στην περιοδική αναπροσαρμογή της φορολογητέας αξίας των ακινήτων προκειμένου, η αξία αυτή, όπως προσδιορίζεται κατά το αντικειμενικό σύστημα, να προσεγγίζει, κατά το δυνατόν, την αγοραία αξία και τοιουτοτρόπως να διασφαλίζεται η καταβολή φόρου, ο οποίος να αντιστοιχεί στην πραγματική και όχι στην πλασματική αξία των ακινήτων.
  • Η παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην, κατά τα ανωτέρω, περιοδική αναπροσαρμογή της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, προσβάλλεται, ως παράνομη, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
  • Η υποχρέωση ασκήσεως της, περί αναπροσαρμογής της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, δεσμίας αρμοδιότητας της Διοίκησης δεν επηρεάζεται από την δυνατότητα του φορολογούμενου να ασκήσει προσφυγή κατά της πράξεως της φορολογικής αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.1473/1984, όπως ισχύει , και να αμφισβητήσει το ύψος της, κατά το αντικειμενικό σύστημα, προσδιορισμένης φορολογητέας αξίας ακινήτου εν σχέσει με την αγοραία αξία του.
  • Στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 50 του π. δ 18/1989, που διέπει τη λειτουργία του Συμβουλίου της επικράτειας, παρέχεται, στο Δικαστήριο αυτό, η συνταγματική ευχέρεια να μην ακυρώνει αναδρομικώς μια εκτελεστή διοικητική πράξη ή παράλειψη από τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της ή της εκδηλώσεως της παραλείψεως, αλλά να μεταθέτει τις ακυρωτικές συνέπειες των αποφάσεων του σε μεταγενέστερο χρόνο (και σε χρονικό σημείο επόμενο της χρονολογίας εκδόσεως των αποφάσεων), καθώς και με προδικαστική απόφαση του να τάσσει στην Διοίκηση προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να προβεί σε ορισμένη ενέργεια (όπως, εν προκειμένω, σε αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών)
  • Διατάξεις που ερμηνεύθηκαν: α) Άρθρο 41, του ν.1249/1982, β) Άρθρο 14, του ν.1473/1984, γ) Άρθρο 50, του π.δ 18/1989

1. Σημείωση: Μετά την πρόσφατη, με το άρθρο 22 του ν.4274/2014, συμπλήρωση των διατάξεων του άρθρου 50 του π. δ 18/1989 που διέπει τη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικράτειας, το δικαστήριο αυτό απέκτησε διευρυμένη συνταγματική ευχέρεια, που του επιτρέπει να αποκλίνει από τους γενικούς δικονομικούς κανόνες της αναδρομικής ακυρώσεως των διοικητικών πράξεων ή παραλείψεων από τον χρόνο εκδόσεως ή συντελέσεως τους, αντιστοίχως.

Ήδη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις , οι συνέπειες ακυρωτικής αποφάσεως μπορεί να μετατίθενται στο μέλλον και , προκειμένου για παράνομη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, όπως συνέβη στην κριθείσα υπόθεση, μπορεί το δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να τάξει στην Διοίκηση αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μέχρι τριών (3) μηνών, προκειμένου να προβεί, εντός αυτής, στην οφειλόμενη ενέργεια (για την περίπτωσή μας, στην έκδοση της αποφάσεως αναπροσαρμογής της φορολογητέας αξίας των ακινήτων).

 

Το δικαστήριο, μπορεί να χορηγήσει προθεσμία μεγαλύτερη της τρίμηνης που ορίζεται με τις διατάξεις του π. δ 18/1989 και πάντως εύλογη, σταθμίζοντας, αφενός τα έννομα συμφέροντα των διοικουμένων – αιτούντων και αφετέρου το δημόσιο συμφέρον, υπό δεδομένες δημοσιονομικές συνθήκες. Η συμμόρφωση της διοικήσεως με την έκδοση της οφειλόμενης πράξεως εντός της τασσόμενης προθεσμίας διαπιστώνεται με οριστική απόφαση του δικαστηρίου, ύστερα από νέα συζήτηση της υποθέσεως. Προς την απόφαση αυτή η Διοίκηση οφείλει να συμμορφωθεί πλήρως , υπό τον εξαναγκασμό των επιτακτικών διατάξεων του Συντάγματος (αρθρ.95 παρ. 5), του κατ ’εξουσιοδότησή του εκδοθέντος ν.3068/2002 (αρθρ. παρ.1) και του π. δ 18/1989 (άρθρ.50 παρ. 4), που καθιερώνουν και προσωπική ευθύνη (ποινική, πειθαρχική) των παραβατών.

 

2.Η ανωτέρω δικαστική απόφαση επιβάλλει λύσεις που εκτιμώνται αναγκαίες και χρήσιμες, τόσο για την διοίκηση, όσο και για τους διοικούμενους – φορολογούμενους. Για την διοίκηση, επειδή την εξαναγκάζει να λειτουργεί , όπως οφείλει, με τις αρχές της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. Η τήρηση, εξάλλου των αρχών αυτών συμβάλλει, μεταξύ άλλων, στην εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ της φορολογικής αρχής και των φορολογουμένων και στην διαμόρφωση εξυπαρχής γνωστών και σταθερών όρων στις πάσης φύσεως συναλλαγές περί τα ακίνητα, με επωφελή αντανάκλαση στην οικονομία.

Για τους διοικούμενους, επειδή μπορούν να προγραμματίζουν και να διαχειρίζονται, βάσει δεδομένου και γνωστού φορολογικού καθεστώτος, τις περί τα ακίνητα πάσης φύσεως συναλλαγές και να αποφεύγουν την εμπλοκή τους σε δαπανηρούς και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες.