+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Α) ΜΙΣΘΟΣ:

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. δ` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 50 του ν. 1329/1983, «εξαιρούνται από την κατάσχεση οι απαιτήσεις μισθών ή συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στον νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση ως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων».

Ως μισθός, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, πρέπει, κατ` αρχήν, να εννοηθεί η αντιπαροχή που πρέπει να καταβληθεί από τον μισθωτή προς τον εκμισθωτή ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία και αν εμφανίζεται αυτή και ανεξάρτητα από το μήκος της. Κατά συνέπεια, στην προαναφερθείσα έννοια του μισθού περιλαμβάνονται τόσο οι τακτικές όσο και οι έκτακτες παροχές. Στις τακτικές αποδοχές υπάγεται κάθε παροχή του εργοδότη, η οποία χορηγείται τακτικά. Σε αυτές ανήκουν ο βασικός μισθός, καθώς και τα καταβαλλόμενα κάθε φύσης επιδόματα (πολυετίας, συζύγου και τέκνων, προσαυξήσεις για νυχτερινή και κατά τις Κυριακές εργασία), τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. Ακατάσχετο υπάρχει ακόμα και όταν ο μισθός οφείλεται εξαιτίας ανυπαίτιου κωλύματος του εργαζομένου (657-658 ΑΚ) ή, τέλος, από υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, αφού αποτελεί κυρίως αντάλλαγμα για την προσφερθείσα (υπερωριακώς) εργασία, έστω και αν ο νόμος ομιλεί μερικές φορές απλώς για αποζημίωση ή για αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, (βλ. Καρακατσάνη, Εργατικό δίκαιο, σελ. 205, αντιθ. Καποδίστριας, στην ΕρμΑΚ, άρθρα 664-665, αριθμ. 5, που δέχεται ότι η αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης δεν αποτελεί μισθό και συνεπώς δεν εξαιρείται της κατασχέσεως).

Ο καθορισμός των απαιτήσεων για την ικανοποίηση των οποίων μπορεί να επιβληθεί κατάσχεση μισθού, δεν προκαλεί δυσκολίες. Αφού το άρθρο 982 παρ. 2δ` έχει ακριβώς την ίδια διατύπωση με το άρθρο 982 παρ. 2γ`, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται ακριβώς για τις ίδιες απαιτήσεις για τις οποίες ισχύει το ακατάσχετο. Ο νόμος στηρίζει τον δικαιούχο της διατροφής αμφιμερώς, δηλαδή αφενός καθιστά απολύτως ακατάσχετες τις απαιτήσεις αυτές στα χέρια του υπόχρεου υπέρ του δικαιούχου, αφετέρου επιτρέπει στον δικαιούχο της διατροφής να προχωρήσει στην κατάσχεση ακατάσχετης απαιτήσεως (του μισθού του υπόχρεου), προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση της απαιτήσεως διατροφής. Ωστόσο, ερμηνευτικές δυσχέρειες αλλά και πρακτικές προκαλεί ο καθορισμός του ποσοστού ως το οποίο επιτρέπεται να επιβληθεί η κατάσχεση μισθού. Η έννοια των λέξεων «ως το μισό» πρέπει, βέβαια, να γίνει αντιληπτή σε συνάρτηση με το ύψος της διατροφής. Όταν δηλαδή το ύψος της τελευταίας δεν φτάνει το μισό του μισθού, είναι ευνόητο ότι θα μπορεί να κατάσχεται το ανάλογο μικρότερο τμήμα του. Με άλλα λόγια, με το επίρρημα «έως», ο νομοθέτης ήθελε να καταδείξει ότι κατασχετέο ποσό, ως αποτελούν συνάρτηση του ύψους του επιδικασθέντος ποσού της διατροφής, κυμαίνεται (από… έως) αναλόγως του ύψους ταύτης, πάντοτε δε εντός των ορίων του ενός δευτέρου του ποσού των εν λόγω απαιτήσεων, υπολογιζόμενου επί των καθαρών αποδοχών των ως άνω παροχών (άποψη την οποία φαίνεται να υιοθετεί η Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσως, ειδ. Μέρος, σελ. 738, σημ. 417, ενώ αντίθ. Καστριώτης, Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτου, τόμ. Α`, έκδ. 2009, σελ. 283, που δέχεται ότι πρέπει να λαμβάνεται ως βάση το ακαθάριστο ποσό του μισθού).

Β) ΜΙΣΘΩΜΑΤΑ:

Κατά το άρθρο 982 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να κατασχεθούν α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματα που βρίσκονται στα χέρια τρίτου. Γίνεται δεκτό από την θεωρία και την νομολογία, ότι αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα ή υπό αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται, όμως στον χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, ωστόσο, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της. Εξάλλου, η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, η οποία διατάσσεται, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, είτε με δικαστική απόφαση είτε με προσωρινή διαταγή (σημείωμα), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 938 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια την απαγόρευση ενέργειας οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 939 παρ. 2 ΚΠολΔ). Οι πράξεις εκτελέσεως που επιχειρήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της αναστολής δεν θίγονται, ούτε επηρεάζονται από την αναστολή οι έννομες συνέπειες που αυτές ήδη προκάλεσαν, όπως π.χ. εξακολουθεί να ισχύει η απαγόρευση διαθέσεως, οι απαγορεύσεις διαθέσεως των άρθρων 958 και 997 ΚΠολΔ.

Όμως, η κατάσχεση των απαιτήσεων από τα παραπάνω μισθώματα είναι νόμιμη, εφόσον πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, οι οποίες, μπορούν να κατασχεθούν, αφού είχε γεννηθεί η έννομη σχέση της μίσθωσης, από την οποία, ως αιτία δικαιoγόνo, απορρέουν, ενώ είναι ορισμένος και ο οφειλέτης των απαιτήσεων αυτών. Η καταβολή κάθε μισθώματος σε συμφωνημένη μελλοντική ημερομηνία δεν ασκεί επιρροή στην κατάσχεση τέτοιων (μελλοντικών) απαιτήσεων, αφού, άλλωστε, κατάσχονται στα χέρια τρίτου και απαιτήσεις υπό αίρεση ή προθεσμία. Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 984 ΚΠολΔ ρυθμίζουν τις συνέπειες της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου και συνδέουν το χρόνο ενάρξεως των απαγορεύσεων με το χρόνο της επιδόσεως του κατασχετηρίου, έτσι ώστε η προϋπόθεση της επιδόσεως, κατά περίπτωση, να έχει επιρροή στην απαγόρευση της διαθέσεως και μόνο και όχι στην νομιμότητα της ίδιας της κατασχέσεως. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι άλλο το ζήτημα της αυτοδίκαιης από το νόμο εκχώρησης στον κατασχόντα της απαιτήσεως που κατασχέθηκε ύστερα από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 δηλώσεως και την πάροδο της τασσόμενης από αυτό προθεσμίας (βλ. ΟλΑΠ 3/1993 ΕλΔ 34.1459), που αποτελεί το αποτέλεσμα της αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, και άλλο το ζήτημα της νομιμότητας κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, με την οποία επέρχεται νομική δέσμευση του κατασχεθέντος αντικείμενου.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαιτήσεως του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και, συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 889/2003 ΕλΔ 45. 126). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.