+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Η επιβολή κατασχέσεως χρηματικών απαιτήσεων εις χείρας τρίτου και ιδίως εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων για την ικανοποίηση του επισπεύδοντος δανειστή έχει αναδειχθεί τα τελευταία έτη σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως.

Σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 2915/2001 «Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών (Κ.Α.Α.) δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή». Με αυτή την νομοθετική διάταξη επιλύθηκε η επιστημονική σύγκρουση ανάμεσα σε νομολογία και θεωρία αναφορικά με τη δυνατότητα επιβολής κατασχέσεως επί τραπεζικών καταθέσεων εις χείρας τραπέζης ως τρίτης, καθόσον η κατάσχεση αυτή προσέκρουε στο ειδικό τραπεζικό απόρρητο του ν.δ. 1059/1971. Την βούληση του νομοθέτη επιβεβαίωσε στη συνέχεια και η νομολογία με την ΟλΑΠ 19/2001, η οποία τόνισε ότι από το ν.δ. 1059/1971 δεν απορρέει και το ακατάσχετο των τραπεζικών καταθέσεων, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις αφορούν αποκλειστικά και μόνο το απόρρητο των καταθέσεων και όχι και τη δυνατότητα κατασχέσεώς τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 982§1 και 983§1 ΚΠολΔ, η κατάσχεση εις χείρας τρίτου επιβάλλεται με επίδοση προς τον τρίτο εγγράφου (κατασχετήριο). Για την κατάσχεση εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημά του (άρθρο 983§4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 57 Ν. 3994/2011). Το κατασχετήριο που επιδίδεται στο πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να επιδοθεί και στον καθού η εκτέλεση – οφειλέτη μέσα σε οκτώ (8) ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στο πιστωτικό ίδρυμα, άλλως η κατάσχεση είναι άκυρη (άρθρο 983§2 ΚΠολΔ). Πέρα από τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ, το κατασχετήριο απαιτείται να περιέχει α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαιτήσεως βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο γίνεται η κατάσχεση γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου Ειρηνοδικείου ή στην έδρα του Πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου.

Κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 982§2 περ. δ’ ΚΠολΔ «εξαιρούνται από την κατάσχεση απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων». Η εξαίρεση αυτή ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα και ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης (άρθρο 982§3 ΚΠολΔ).

Η επίδοση του κατασχετηρίου στο πιστωτικό ίδρυμα συνεπάγεται την απαγόρευση διαθέσεως της κατασχεμένης απαιτήσεως (άρθρο 984§2 ΚΠολΔ) στον δικαιούχο καταθέτη – καθού η εκτέλεση οφειλέτη και συνεπώς ενδεχόμενη καταβολή του πιστωτικού ιδρύματος προς τον δικαιούχο καταθέτη – καθού η εκτέλεση οφειλέτη αποβαίνει άνευ σημασίας για τον κατασχόντα δανειστή, καθώς δεν επέρχεται απαλλαγή του πιστωτικού ιδρύματος.

Εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται, κατ΄ άρθρο 985§1 ΚΠολΔ, να δηλώσει ενώπιον του γραμματέα του αρμοδίου Ειρηνοδικείου αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση αναφέροντας συγχρόνως από ποιον αυτή επιβλήθηκε και για ποιο ποσό. Σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα υποβάλει καταφατική δήλωση, αυτή θα αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατ’ αυτού (άρθρο 989 ΚΠολΔ), ενώ εάν αυτή είναι αρνητική ή ανακριβής υπόκειται σε ανακοπή από τον επισπεύδοντα δανειστή εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της (άρθρο 986 ΚΠολΔ) και ταυτόχρονα αποτελεί το νομικό θεμέλιο για την αγωγή αποζημιώσεως εις βάρος του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 985§3 ΚΠολΔ). Έτσι, το πιστωτικό ίδρυμα, υποβάλλοντας καταφατική δήλωση, οφείλει να αναφέρει σε αυτή την ύπαρξη της τραπεζικής καταθέσεως που έγινε αντικείμενο κατασχέσεως, αλλά και όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με αυτή, προς διευκόλυνση του κατασχόντος στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης παρά μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ΚΠολΔ ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση (άρθρο 987 ΚΠολΔ). Εάν πρόκειται για κατάσχεση μελλοντικής απαιτήσεως εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, αρκεί με την υποβληθείσα δήλωσή του να αποδέχεται την ύπαρξη της έννομης σχέσεως που αναφέρεται στο κατασχετήριο, που αποτελεί και την παραγωγική αιτία της κατασχόμενης απαιτήσεως, και να περιλαμβάνει τη ρητή υπόσχεση ότι θα παρακρατήσει ό, τι προκύψει στο μέλλον από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση υπέρ του καθού η κατάσχεση, για να το αποδώσει στον κατασχόντα.

Αν το πιστωτικό ίδρυμα – τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει αφού περάσουν οκτώ (8) ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα (30) ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθένα από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο, που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον Ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 ΚΠολΔ (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).