+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Με τον Ν. 4469/2017 εισήχθη για πρώτη φορά στην ελληνική έννοµη τάξη µία εχέμυθη, οργανωμένη, διαρθρωμένη σε διακριτά στάδια, εξωδικαστική διαδικασία για την συνολική και µακροπρόθεσµη ρύθμιση των οφειλών των ελληνικών επιχειρήσεων προς όλους τους πιστωτές τους, δηλαδή, τις τράπεζες, το δημόσιο (εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ), τους προμηθευτές και λοιπούς ιδιώτες. Ο νόμος οριοθετεί την διαδικασία ρύθμισης των οφειλών από το στάδιο της υποβολής της αίτησης έως και την ενδεχόμενη δικαστική επικύρωση της συμφωνίας από το αρμόδιο δικαστήριο.

Η ισχύς του Νόμου έχει προσωρινό χαρακτήρα με ημερομηνία λήξης την 31.12.2018.

Με τον Νόμο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού ο οφειλέτης αποκτά τη δυνατότητα πρόσβασης σε µία διαδικασία διαρθρωμένης διαπραγμάτευσης µε το σύνολο των πιστωτών του, με σαφείς προθεσμίες σε ευδιάκριτα στάδια.

Εντάσσονται στις διατάξεις του νόμου τόσο βιώσιμες επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αδυναμία πληρωμών όσο και αυτές που βρίσκονται σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας. Εντάσσονται επίσης και όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε εκκαθάριση και αναβιώνουν (προ της διανομής των περιουσιακών τους στοιχείων) ή όσοι διέκοψαν τη λειτουργία τους και την επανεκκινούν. Προϋποθέσεις αποτελούν 1. Να υπάρχει οφειλή από δάνειο ή πίστωση σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών, 2. Οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα που ρυθμίστηκε μετά την 01.07.2016, 3. Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο ή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, 4. Μη πληρωμή επιταγών ή έκδοση διαταγών πληρωμής ή δικαστικών αποφάσεων λόγω ύπαρξης ληξιπρόθεσμης οφειλής, 5. Μια τουλάχιστον θετική θέση σε μια από τις τελευταίες 3 χρήσεις ή μια λειτουργική κερδοφορία κατά τα τελευταία 3 έτη, 5. Οι οφειλές να υπερβαίνουν τις 20.000,00 €.

Πρόβλεψη ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία υπάρχει και για τους ελεύθερους επαγγελματίες (γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, λογιστές, δημοσιογράφοι, αγρότες κ.α.), οι οποίοι τάσσονται εκτός του γενικού πεδίου εφαρμογής αυτού του Νόμου καθώς δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, ακόμα και αν οφείλουν λιγότερα από 20.000,00 € αλλά όχι περισσότερα από 50.000, 00 €, προκειμένου να ρυθμίσουν οφειλές προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης με ρυθμίσεις που θα απομειώνουν πρόστιμα και προσαυξήσεις αλλά και τη βασική οφειλή με δυνατότητα αποπληρωμής του υπολοίπου σε έως 120 δόσεις. Για τη ρύθμιση των οφειλών τους θα καταθέτουν αίτηση στη φορολογική διοίκηση και στα ασφαλιστικά Ταμεία στα οποία οφείλουν και θα λαμβάνουν πρόταση των Εφοριών και των Ταμείων. Οι προϋποθέσεις είναι 1. Ο ελεύθερος επαγγελματίας να έχει επιτύχει κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) μία φορά κατά την προηγούμενη τριετία, 2. Η οφειλή, μετά το «κούρεμα» προστίμων και προσαυξήσεων να αξιολογείται ως βιώσιμη και η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη να είναι μικρότερη από το 25πλασιο της προς ρύθμιση οφειλής,

Η διαδικασία ξεκινά κατόπιν σχετικής αίτησης της επιχείρησης, η οποία θα συνοδεύεται από μια αρχική πρόταση ρύθμισης οφειλών καθώς και από τα αναλυτικά οικονομικά στοιχεία της. Στα συνοδευτικά έγγραφα δεν περιλαμβάνονται η φορολογική και η ασφαλιστική ενημερότητα. Ο νόμος απαιτεί υποβολή καταλόγου των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη με αναφορά στην εκτιμώμενη εμπορική αξία τους ώστε να μπορεί να υπολογιστεί η αξία της ρευστοποίησής τους. Η επιχείρηση θα πρέπει, επίσης, να συνυποβάλει με την αίτηση υπαγωγής, πλήρη περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων που είναι εγγεγραμμένα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, καθώς και πλήρη στοιχεία κάθε συνοφειλέτη. Παράλληλα, να κάνει δήλωση για κάθε μεταβίβαση ή επιβάρυνση κάθε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που έγινε την τελευταία πενταετία, καθώς και να υποβάλει στοιχεία για την καταβολή μερίσματος από τον οφειλέτη προς τους μετόχους ή εταίρους, ή κάθε άλλη συναλλαγή που έγινε εντός των τελευταίων 24 μηνών από την υποβολή της αίτησης. Απαιτείται, επίσης, να υποβάλει στοιχεία κάθε νομικού προσώπου συνδεδεμένου με τον οφειλέτη με ημερομηνία μεταγενέστερη της 01.01.2012, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες σε πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη μετά την 01.01.2012. Και, τέλος, κατάλογο των προσώπων που αμείβονται από τον οφειλέτη και αποτελούν συνδεδεμένα πρόσωπα με αυτόν, καθώς και ανάλυση των αμοιβών αυτών κατά τους τελευταίους 24 μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης.

Στη συνέχεια ορίζεται συντονιστής των διαδικασιών διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση των χρεών από ειδικό μητρώο που τηρείται για το σκοπό αυτό στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και απαρτίζεται από διαπιστευμένους διαμεσολαβητές.

Ο συντονιστής ελέγχει την ύπαρξη απαρτίας των πιστωτών (εφόσον έχουν ανταποκριθεί πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 50% των οφειλών) και σε περίπτωση έλλειψης απαρτίας συντάσει πρακτικό αποτυχίας, το οποίοι κοινοποιεί στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και τους πιστωτές. Με την σύνταξη του πρακτικού αίρεται αυτοδίκαια η αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων ενώ ο οφειλέτης δεν έχει δικαίωμα υποβολής νέας αίτησης. Σε περίπτωση ύπαρξης απαρτίας ο συντονιστής κοινοποιεί το περιεχόμενο της αίτησης και τα δικαιολογητικά στους πιστωτές, ενημερώνει τον οφειλέτη και διορίζεται πραγματογνώμονας, ο οποίος εντός 30 ημερών από τον διορισμό του υποβάλλει έκθεση αξιολόγησης βιωσιμότητας και εφόσον του έχει ανατεθεί σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών, το οποίο πρέπει σε κάθε περίπτωση να εγκριθεί από τον οφειλέτη.

Μετά την πλήρη αίτηση της η επιχείρηση δεν χρειάζεται να επέμβει στη διαδικασία παρά μόνο στο τελικό στάδιο της διαπραγμάτευσης, όπου καλείται να αναμορφώσει την αρχική της πρόταση ή να εγκρίνει τις τυχόν αντιπροτάσεις των πιστωτών, τις οποίες καταχωρούν στο σύστημα και κοινοποιούνται σε όλους τους συμμετέχοντες.

Ο συντονιστής αναλαμβάνει να αποστείλει την αίτηση και την πρόταση της στους πιστωτές ως την 13η ημέρα μετά την αίτηση, μεριμνά για την παραλαβή της και την εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους πιστωτές, ορίζει αυστηρό χρονοδιάγραμμα ενός μήνα για την κατάθεση αντιπροτάσεων από μέρους τους, δίνει νέα προθεσμία στην επιχείρηση για την τροποποίηση της αρχικής της πρότασης ή για την έγκριση από μέρους της των αντιπροτάσεων των πιστωτών και εν τέλει φροντίζει για την έγκαιρη ψήφιση των εγκεκριμένων από την επιχείρηση προτάσεων την 88η ημέρα μετά την αίτηση. Σε περίπτωση που κάποια πρόταση συγκεντρώνει ποσοστό 60% των συμμετεχόντων (στο οποίο υποχρεωτικά περιλαμβάνεται ποσοστό 40% των εξοπλισμένων με ειδικό προνόμιο πιστωτών) η διαδικασία θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Ο συντονιστής αποστέλλει αντίγραφο της σύμβασης σε όλους τους συμμετέχοντες καλώντας τους να την υπογράψουν. Οι συμμετέχοντες που καταψήφισαν την πρόταση έχουν δικαίωμα υποβολής έγγραφων ενστάσεων προς τον συντονιστή.

Η αίτηση, η υποβολή των δικαιολογητικών αλλά και η διαπραγμάτευση με τους ιδιώτες πιστωτές και το Δημόσιο γίνεται ηλεκτρονικά. Η πρόσβαση στην πλατφόρμα στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων που θα δέχεται τις αιτήσεις των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων γίνεται μέσω του ιστοτόπου της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., στη διεύθυνση www.keyd.gov.gr.

Εν συνεχεία ακολουθούνται σαφή χρονοδιαγράμματα σε δέκα στάδια με ρητές προθεσμίες 88 ημερών προκειμένου να επεξεργαστούν οι πιστωτές την πρόταση του οφειλέτη ή ο οφειλέτης αντίστοιχες αντιπροτάσεις των πιστωτών.

Τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης αναστέλλονται για 70 ημέρες, ενώ είναι δυνατή η παράταση για 4 μήνες με δικαστική απόφαση και εφόσον συμφωνεί η απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης επικύρωσης αλλά και κατόπιν της έκδοσης της, η αιτούμενη επιχείρηση προστατεύεται από καταδιωκτικά μέτρα όλων των πιστωτών που συμβάλλονται, εξαιρουμένων των πιστωτών που ατομικά έχουν απαιτήσεις κάτω του 1,5%. Οι μικροί πιστωτές (μεταξύ των οποίων και οι εργαζόμενοι), που έχουν υπόλοιπα μικρότερα του 1,5% του συνόλου των πιστώσεων της αιτούμενης εξαιρούνται, επειδή αυτοί είναι απόλυτα εξαρτώμενοι από τα ποσά που τους οφείλονται από την επιχείρηση που επιχειρεί να εξυγιανθεί. Οι απαιτήσεις τους δεν επηρεάζονται από τη συμφωνία αναδιάρθρωσης, από τυχόν απομειώσεις απαιτήσεων που θα συμφωνηθούν. Με αυτόν τον τρόπο οι μικροί πιστωτές εξακολουθούν να διεκδικούν το σύνολο των απαιτήσεων τους.

Εφόσον υπάρχει συναίνεση ως το τελικό στάδιο της ροής της διαπραγμάτευσης την 88η ημέρα είναι δυνατόν να συνταχτεί η σύμβαση αναδιαρθρωσης που από την επόμενη μέρα τίθεται σε ισχύ και αποτυπώνει τη συμφωνία πιστωτών και οφειλέτη. Η ρυθμίσεις της σύμβασης δεν επιτρέπεται να φέρουν οποιονδήποτε πιστωτή σε χειρότερη θέση από αυτή που θα βρισκόταν στην περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Η πλειοψηφία των συμφωνούντων να συμμετάσχουν σε ρύθμιση πιστωτών, βάσει της αναλογίας της απαίτησης τους δεσμεύει τους υπόλοιπους πιστωτές που δεν συμμετέχουν, γεγονός που ενδέχεται να επιφέρει ουσιαστικές ευκαιρίες συνεννόησης. Το πλάνο αποπληρωμής και των πιστωτών που δεν συμμετείχαν, αλλά και των διαφωνούντων που συμμετείχαν και ανήκουν στη μειοψηφία, εντάσσεται κανονικά στη σύμβαση αναδιάρθρωσης και μπορεί να τους δεσμεύσει τους μεν μόνο με δικαστική επικύρωση αυτής και τους δε με την εξωδικαστική σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Διαφορές Ν. 4469/2017 με άρθρο 99

Η μόνη αντίστοιχη διαδικασία μέχρι την εφαρμογή του νόμου ήταν δικαστική, και ειδικότερα αυτή που προβλεπόταν με την υποβολή αίτησης για υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 99 ΠτΚ. Μεταξύ των δυο διατάξεων, πέραν της προφανούς διαφοράς μεταξύ του εξωδικαστικού και δικαστικού χαρακτήρα αυτών, παρατηρούνται οι εξής διαφορές:

  • Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός περιλαμβάνει εξαιρετικά αυστηρά κριτήρια ένταξης ενώ το άρθρο 99 απαιτεί απλά αποδεδειγμένη οικονομική αδυναμία χωρίς να έχει προχωρήσει ο οφειλέτης σε παύση πληρωμών.
  • Ως προς τα δικαιολογητικά τα έγγραφα που πρέπει να επισυνάψει ο αιτών για τον εξωδικαστικό μηχανισμό υπερβαίνουν τα 20 και αναφέρονται ανωτέρω. Ο νόμος απαιτεί δηλαδή από τον αιτούντα, εθελοντικά, να «ανοίξει πλήρως τα χαρτιά του» έναντι των πιστωτών του και οριοθετεί σαφώς τον συνεργάσιμο από τον μη συνεργάσιμο οφειλέτη. Αντίθετα, στην περίπτωση του άρθρου 99 συνυποβάλλονται, μαζί με την αίτηση, έγγραφα από τα οποία προκύπτει η γενική οικονομική αδυναμία του οφειλέτη, μελέτη βιωσιμότητας, όπου θα περιγράφεται ο προτεινόμενος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης, οικονομικά στοιχεία, περιουσιακή κατάσταση, δραστηριότητα, κύκλος εργασιών και εμπορική κατάσταση καθώς και η απασχόληση εργαζομένων και η κοινωνική σημασία της επιχείρησης.
  • Ως προς την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων, με τις διατάξεις του εξωδικαστικού συμβιβασμού αναστέλλονται τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης για 70 ημέρες, ενώ είναι δυνατή η παράταση για 4 μήνες με δικαστική απόφαση και εφόσον συμφωνεί η απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών. Αντίθετα στο άρθρο 99 η αναστολή ισχύει από την κατάθεση της συμφωνίας εξυγίανσης προς επικύρωση και μέχρι την έκδοση απόφασης για την επικύρωση της, με προβλεπόμενο χρονικό διάστημα 4 μηνών ενώ στη συνέχεια υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω αναστολής με δικαστική απόφαση και χωρίς χρονικό προσδιορισμό. Περαιτέρω, και ως προς τον περιορισμό της οφειλής, ο Ν. 4469/2017 προβλέπει ότι οι πιστωτές δεν μπορούν να έρθουν σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που θα βρίσκονταν αν λάμβανε χώρα ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων. Δηλαδή, στην περίπτωση που η περιουσία του αιτούντος υπερβαίνει τις οφειλές ή είναι ίση με αυτές δεν γίνεται κανένας περιορισμός της οφειλής. Αντίθετα, το άρθρο 99 δίνει μεγαλύτερη ελευθερία σχετικά με τον περιορισμό των οφειλών, όπως αποδεικνύεται από την δικαστηριακή πρακτική.
  • Εφόσον επιτευχθεί η ρύθμιση, στον εξωδικαστικό επιτρέπονται ρητά ρυθμίσεις μέχρι 120 δόσεις και διαγραφές οφειλών των επιχειρήσεων προς Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία (ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ), τράπεζες και μεγάλους προμηθευτές. Εξαίρεση αποτελεί η κύρια οφειλή που έχει προκύψει από τη μη απόδοση παρακρατούμενων οφειλών για φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Από τα χρόνια εφαρμογής του άρθρου 99 έχουν προκύψει, βάσει νομικών πηγών, ρυθμίσεις προς τις τράπεζες με διάρκεια αποπληρωμής 8-12 ετών. Από εκεί και πέρα, οι επιχειρήσεις μπορούν να ανταποκριθούν στα χρέη τους προς τον ΕΦΚΑ σε έως 180 δόσεις και προς τους υπόλοιπους φορείς του Δημοσίου σε έως 90 δόσεις.
  • Τέλος σε περίπτωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, η αίτηση υποβάλλεται άπαξ και δεν δίνεται δεύτερη ευκαιρία, η οποία εκ των πραγμάτων και δεδομένης της βραχείας προθεσμίας δεν θα ήταν δυνατό και να πραγματοποιηθεί. Απεναντίας, βάσει του άρθρου 99 ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απορριπτικής απόφασης ή να υποβάλει εκ νέου αίτηση.