+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Με την υπ’ αριθμ. 19221/379/19-5-2020 Εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας δόθηκαν διευκρινίσεις για την εφαρμογή της Κ.Υ.Α. με αριθμ. οικ.17788/346/8-5-2020 (Β΄1779), με την οποία ρυθμίστηκε η παράταση και η ανάκληση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας, καθώς και η δυνατότητα έκτακτης, εκ περιτροπής εργασίας εργαζομένων σε πληττόμενες επιχειρήσεις. Οι κυριότερες διευκρινίσεις που παρέχει για πρώτη φορά η εγκύκλιος είναι οι εξής:

  1. ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ  ΑΝΑΣΤΟΛΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Α. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΣΕ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΜΕ ΕΝΤΟΛΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ

1.Μετά το πέρας του χρόνου της (παραταθείσας) αναστολής, ο χρόνος των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που η διάρκειά τους έληγε κατά την διάρκεια της αναστολής, δεν συνεχίζει όταν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσής της, όπως σε περίπτωση επιχειρήσεων που από τη φύση λειτουργίας τους είναι εποχικές (π.χ., φροντιστήρια ή κέντρα ξένων γλωσσών που η λειτουργία τους διαρκεί όσο και το σχολικό έτος κ.α.) ή σε περίπτωση κατά την οποία η απασχόληση του εργαζόμενου δεν είναι δυνατή, διότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είχε συναφθεί για την εξυπηρέτηση αναγκών που δεν υφίστανται πλέον μετά τη λήξη της αναστολής ή της παράτασης της αναστολής της σύμβασης εργασίας (π.χ. οδηγοί σχολικών λεωφορείων, προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού κ.α.).

Β. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΝ ΣΕ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ

  1. Οι επιχειρήσεις αυτές, πλέον, υπάγονται στις πληττόμενες.
  2. Σε περίπτωση που οι επιχειρήσεις αυτές δεν κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας (και συνεπώς προβούν σε οριστική ανάκληση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων τους), δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που αφορούν α) την απαγόρευση καταγγελίας σύμβασης εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους, β) και την υποχρέωση να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας και με το ίδιο είδος σύμβασης εργασίας για σαράντα πέντε ημέρες από το χρόνο λήξης της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας, αλλά εμπίπτουν στις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
  3. Και για τις επιχειρήσεις που επαναλειτουργούν, ισχύουν όσα αναφέρονται ανωτέρω, στο στοιχείο Α.1., δηλαδή οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που ο αρχικός συμβατικός τους χρόνος έληγε στην διάρκεια της αναστολής, δεν συνεχίζονται όταν οι επιχειρήσεις έχουν εποχική φύση λειτουργίας ή όταν συνήφθησαν για εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αναγκών, που πλέον δεν υφίστανται.

Γ. ΠΛΗΤΤΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΣΕ ΑΝΑΣΤΟΛΗ)

  1. Σε περίπτωση που οι επιχειρήσεις αυτές δεν κάνουν χρήση του μέτρου της παράτασης αναστολής συμβάσεων εργασίας, δεν υπάγονται στις διατάξεις της με αριθμ. οικ.17788/346/8-5-2020 ΚΥΑ (για την παράταση αναστολής) αλλά συνεχίζουν να εμπίπτουν στις διατάξεις της αριθμ. 12998/232/2020 ΚΥΑ (αρχική αναστολή), οπότε έχουν υποχρέωση να διατηρήσουν τους ίδιους εργαζόμενους και με τους ίδιους όρους εργασίας που είχαν κατά την 21η Μαρτίου 2020 για σαράντα πέντε ημέρες μετά τη λήξη του χρόνου αναστολής των συμβάσεων εργασίας.
  2. Και για τις πληττόμενες επιχειρήσεις, ισχύουν όσα αναφέρονται ανωτέρω, στο στοιχείο Α.1., δηλαδή οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που ο αρχικός συμβατικός τους χρόνος έληγε στην διάρκεια της αναστολής, δεν συνεχίζονται όταν οι επιχειρήσεις έχουν εποχική φύση λειτουργίας ή όταν συνήφθησαν για εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αναγκών, που πλέον δεν υφίστανται.

 

  1. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ (ΕΚ ΠΕΡΙΤΡΟΠΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ)

Όσον αφορά την δυνατότητα των πληττόμενων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων που επαναλειτουργούν μετά από αναστολή, να εφαρμόσουν το μέτρο της λειτουργίας τους με προσωπικό ασφαλείας, μέσω εκ περιτροπής εργασίας τουλάχιστον του 50% των εργαζομένων τους, τουλάχιστον για 2 εβδομάδες τον μήνα, διευκρινίζεται ότι :

  • Ως περίοδος αναφοράς λογίζεται ο ημερολογιακός μήνας (ενώ μέχρι τώρα γινόταν αναφορά μόνο αναφορά σε «περίοδο μηνός»)
  • Το ελάχιστο ποσοστό του 50% των εργαζομένων που προβλέπει ο νόμος ως υποχρεωτικό, υπολογίζεται όχι επί του συνόλου των εργαζομένων της επιχείρησης, αλλά επί του αριθμού των εργαζομένων που δεν τελούν σε αναστολή σύμβασης εργασίας (ενώ μέχρι τώρα, ελλείψει ρητής πρόβλεψης προς τούτο, είχε διατυπωθεί και η άποψη ότι το 50% υπολογίζεται επί του συνόλου των εργαζομένων ασχέτως αναστολής).