+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΝΕΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ,  ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΟΧΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΦΟΡΗΤΟΤΗΤΑ ΑΡΙΘΜΩΝ

Με τον νόμο 4727/2020 που έχει ως κύριο αντικείμενο την ψηφιακή διακυβέρνηση εισάγονται, σε υλοποίηση της Οδηγίας ΕΕ 2018/1972, δύο αξιοπρόσεκτες διατάξεις που αφορούν στην έννομη σχέση μεταξύ καταναλωτών και παρόχων τηλεπικοινωνιών. Ειδικότερα, με το άρθρο 213 που ενσωματώνει το άρθρο 105 της Οδηγίας κατατείνει στο να αποτρέψει το φαινόμενο οι όροι και οι διαδικασίες καταγγελίας της σύμβασης να αποτελούν αντικίνητρο για την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο αυτό[1] οι βασικοί άξονες της καθ’ υπαγόρευση της ενωσιακής νομοθεσίας διάταξης είναι οι εξής:

  • Το πεδίο εφαρμογής είναι οι καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων και των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και μη κερδοσκοπικών οργανισμών.
  • Η περίοδος δέσμευσης των συμβάσεων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 24 μήνες.
  • Οι χρήστες έχουν το δικαίωμα να καταγγέλλουν τη σύμβαση ανά πάσα στιγμή με μέγιστη προθεσμία προειδοποίησης[2] έως ένα μήνα και χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση σε περίπτωση που προβλέπεται αυτόματη παράταση ή οι πάροχοι προβαίνουν σε αλλαγές συμβατικών όρων[3].
  • Στις περιπτώσεις αυτές οι πάροχοι ενημερώνουν τους τελικούς χρήστες σχετικά, με εμφανή, σαφή και κατανοητό τρόπο, τουλάχιστον ένα μήνα νωρίτερα και σε σταθερό μέσο, μνημονεύοντας και το δικαίωμα του χρήστη για αζήμια καταγγελία.
  • Σε περίπτωση που ο τελικός χρήστης επιλέξει να διατηρήσει τερματικό εξοπλισμό που παρέχεται ως δέσμη κατά τη στιγμή σύναψης της σύμβασης, οποιαδήποτε οφειλόμενη αποζημίωση δεν υπερβαίνει την κατά χρονική αναλογία αξία του όπως συμφωνήθηκε κατά τη στιγμή σύναψης της σύμβασης ή το τμήμα του τέλους υπηρεσίας που απομένει έως τη λήξη της σύμβασης, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μικρότερο[4].

Εξ άλλου με το άρθρο 214 που ενσωματώνει το άρθρο 106 της Οδηγίας ρυθμίζεται η ομαλή και απρόσκοπτη διαδικασία αλλαγής παρόχου:

  • Προβλέπεται μια σειρά από αρμοδιότητες Ε.Ε.Τ.Τ.[5],
  • Περαιτέρω θεσπίζονται ρητά υποχρεώσεις:

– παροχής στον τελικό χρήστη επαρκούς πληροφόρησης από τους παρόχους πριν και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αλλαγής
– μεταφοράς του αριθμού και ενεργοποίησή της εντός του συντομότερου δυνατού χρόνου
– διασφάλισης της συνέχειας της υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο εντός του συντομότερου δυνατού χρόνου σε συνδυασμό και με υποχρέωση του μεταφέροντος παρόχου να εξακολουθεί να παρέχει την υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο με τους ίδιους όρους μέχρι την ενεργοποίηση της υπηρεσίας από τον υποδεχόμενο πάροχο, ενώ η απώλεια υπηρεσίας κατά τη διαδικασία αλλαγής δεν δύναται να υπερβαίνει τη μία εργάσιμη ημέρα
– συντονισμού των διαδικασιών αλλαγής και μεταφοράς και συνεργασία των παρόχων με καλή πίστη και χωρίς να καθυστερούν ή να καταχρώνται τις διαδικασίες αλλαγής και μεταφοράς, ή να προβαίνουν σε μεταφορά αριθμών ή αλλαγή τελικών χρηστών χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή των τελικών χρηστών.

  • Το πλαίσιο συμπληρώνεται με τις ακόλουθες ρυθμίσεις:

– Αυτόματη λύση της σύμβασης με τον μεταφέροντα πάροχο μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αλλαγής.
– Επανενεργοποίηση του αριθμού και των υπηρεσιών σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας μεταφοράς, μέχρι την επιτυχή ολοκλήρωση της μεταφοράς.
– Εξασφάλιση από τους φορείς εκμετάλλευσης, των οποίων τα δίκτυα ή οι ευκολίες πρόσβασης χρησιμοποιούνται είτε από τον μεταφέροντα είτε από τον υποδεχόμενο πάροχο είτε από αμφότερους, ότι δεν υπάρχει απώλεια υπηρεσίας που θα καθυστερούσε τη διαδικασία αλλαγής παρόχου και μεταφοράς αριθμού.
– Δικαίωμα όλων των τελικών κατόχων αριθμών που υπάρχουν στο εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης, να διατηρούν μετά από σχετικό αίτημα τους αριθμούς τους, ανεξαρτήτως της επιχείρησης που παρέχει την υπηρεσία
– Διατήρηση εκ μέρους του τελικού χρήστη επί καταγγελίας του δικαιώματος μεταφοράς αριθμού από το εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης σε άλλον πάροχο επί τουλάχιστον ένα μήνα μετά την ημερομηνία της καταγγελίας
– Επιστροφή κάθε πιστωτικού υπολοίπου από τους παρόχους δότες κατόπιν αιτήματος κάθε πιστωτικό υπόλοιπο και με τη χρήση προπληρωμένων υπηρεσιών. Η επιστροφή μπορεί να υπόκειται σε τέλος μόνον εάν αυτό προβλέπεται στη σύμβαση. Οποιοδήποτε παρόμοιο τέλος είναι ανάλογο και αντίστοιχο με το πραγματικό κόστος που επωμίζεται ο μεταφέρων πάροχος για την προσφορά της επιστροφής.

[1] Και υπό τις εξαιρέσεις που προβλέπει η διάταξη

[2] Καθοριζόμενη από την ΕΕΤΤ

[3] Εκτός αν είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη, είναι αυστηρώς διοικητικού χαρακτήρα και δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον τελικό χρήστη, ή επιβάλλονται άμεσα από το ενωσιακό ή ελληνικό δίκαιο.

[4] Η Ε.Ε.Τ.Τ. με απόφασή της μπορεί να καθορίσει άλλες μεθόδους υπολογισμού του ποσού της αποζημίωσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω μέθοδοι δεν καταλήγουν σε επίπεδο αποζημίωσης που υπερβαίνει την αποζημίωση, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.

[5] η οποία επιφορτίζεται  με σχετική απόφασή της να:
-καθορίζει τη διαδικασία αλλαγής παρόχου και φορητότητας αριθμού εξασφαλίζοντας την αποδοτικότητα και την απλότητά της για τον τελικό χρήστη
– εξασφαλίζει ότι η τιμολόγηση μεταξύ παρόχων υπηρεσιών όσον αφορά την παροχή φορητότητας του αριθμού αντανακλά το κόστος, και ότι δεν εφαρμόζονται άμεσες χρεώσεις σε τελικούς χρήστες
-διασφαλίζει  ότι οι χρήστες ενημερώνονται επαρκώς και προστατεύονται καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών αλλαγής και μεταφοράς και δεν μεταφέρονται σε άλλον πάροχο παρά τη θέλησή τους.
-επιβάλλει κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης παρόχου προς τις υποχρεώσεις του, συμπεριλαμβανομένων των καθυστερήσεων ή των καταχρήσεων στη μεταφορά από πάροχο ή για λογαριασμό του ή καταχρήσεων στη μεταφορά και την αλλαγή των διαδικασιών και απώλειας συναντήσεων υπηρεσίας και εγκατάστασης, θεσπίζει κανόνες για την αποζημίωση των τελικών χρηστών από τους παρόχους και εξασφαλίζει την επαρκή ενημέρωση των χρηστών για τα δικαιώματα αποζημίωσης.