+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ : Yπ’ αριθμ. 215/2017 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους

1.Με την ως άνω γνωμοδότησή του, η οποία έγινε αρμοδίως αποδεκτή, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους επέλυσε το εν θέματι ζήτημα, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, τόσο για τη φορολογική Διοίκηση, όσο και για τους φορολογουμένους. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις συνιστούν, κατά νόμο, εθνικό κεφάλαιο και τελούν υπό ειδικό προστατευτικό καθεστώς συνταγματικής περιωπής. Υπό τα δεδομένα αυτά, υπαγορεύεται ο προσδιορισμός της φορολογητέας αξίας αυτών κατά τρόπο συμβατό προς τη φύση και τον, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 24, 117) και τον νόμο (ν.9981979), προορισμό τους, ευλόγως αποκλίνοντα από τον τρόπο προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας άλλης φύσεως και προορισμού ακινήτων (αστικών, αγροτικών κλπ).

2.Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έλαβε υπ’ όψιν του, προς έκδοση της ανωτέρω γνωμοδοτήσεως, τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν.998/1979, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 32 του ν.4280/2014, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων του Συντάγματος, του άρθρου 41 του ν.1249/1982 και των, κατ’ εξουσιοδότησή του, εκδοθεισών κανονιστικών αποφάσεων περί του αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων των μεταβιβαζομένων, εκ πάσης νόμιμης αιτίας, και του άρθρου 10 του ν.2961/2001 «Κώδικας Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών κλπ», όπως ισχύει. Οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 6 του ν.998/1979, όπως ισχύουν από την, κατά τα ανωτέρω, αντικατάστασή τους κρίθηκε, ότι συνιστούν ειδικές και αποκλειστικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των δασών, των δασικών εκτάσεων, καθώς και των χαρτολιβαδικών εκτάσεων, κατά την έννοια της περιπτώσεως (α) της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν.998/1979, όπως ισχύει (των εκτάσεων αυτών, που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση, που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα) και των βραχωδών ή πετρωδών εκτάσεων, κατά την έννοια της περιπτώσεως (β) των ιδίων ως άνω, παραγράφου, άρθρου και νόμου (των εκτάσεων αυτών, που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανωμάλων εδαφών). Οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 6 ορίζουν τα εξής: «Σε κάθε περίπτωση που είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η αξία δάσους, δασικής έκτασης ή εκτάσεων των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος για οποιαδήποτε αιτία, ο προσδιορισμός αυτός ενεργείται με βάση τη θέση τους, τις παραγωγικές, προστατευτικές, υδρονομικές, αισθητικές και λοιπές λειτουργίες τους, λαμβανομένης υπ’ όψιν, προκειμένου περί δάσους ή δασικής έκτασης της, κατά νόμο, αδυναμίας χρησιμοποιήσεώς τους για οικιστικούς σκοπούς ή άλλη εκμετάλλευση ξένη προς τον προορισμό τους. Για τον εν λόγω προσδιορισμό δεν δύναται να ληφθούν υπ’ όψιν συγκριτικά στοιχεία αναφερόμενα σε γειτονικές οικοπεδικές εκτάσεις ή έτερα στοιχεία εμφανίζοντας το δάσος ή τη δασική έκσταση ή τις εκτάσεις των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος, ως έχοντα οικοπεδική αξία.» Με βάση τα νέα, πλέον, κριτήρια του άρθρου αυτού της δασικής νομοθεσίας συγκροτείται το ειδικό πλαίσιο της προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των δασών, των δασικών εκτάσεων και των εκτάσεων των προαναφερομένων περιπτώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμώνται, όχι μόνο η παραγωγική απόδοση αυτών σε δασικά προϊόντα, αλλά και άλλα ιδιοσυστατικά στοιχεία και λειτουργικές ιδιότητες των εν λόγω εκτάσεων, ενώ λαμβάνεται υπ’ όψιν, ως μειωτικός συντελεστής, η αδυναμία χρησιμοποιήσεώς τους για οικιστικούς σκοπούς ή άλλη αποδοτική εκμετάλλευση, ξένη προς τον θεσμοθετημένο προορισμό τους. Αντιθέτως, όταν πρόκειται να προσδιορισθεί η φορολογητέα αξία άλλων εδαφικών εκτάσεων, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της δασικής νομοθεσίας, τότε αυτή γίνεται, κατά περίπτωση, με τις οικείες διατάξεις του ν.1249/1982 (σύστημα προσδιορισμού της αξίας αυτής με αντικειμενικό τρόπο) και του ν.2961/2001 (περί προσδιορισμού φόρου κληρονομιών, δωρεών κ.λ.π.).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1.Η ως άνω γνωμοδότηση έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο, προς τούτο, Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ο οποίος και εξέδωσε, για την υποχρεωτική και ομοιόμορφη εφαρμογή της από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, την υπ’ αριθμ. 1018/5-2-2018 ΠΟΛ.

2.Προϋπόθεση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 6 του ν.998/1979, όπως ισχύει, αποτελεί ο χαρακτήρας των εκτάσεων αυτών (του δάσους κ.λ.π), όπως προσδιορίζεται στη δασική νομοθεσία και αποδίδεται από τα όργανα της δασικής υπηρεσίας, μέχρις ότου καταρτιστεί το εθνικό δασολόγιο. Έκταση, αντιθέτως, η οποία δεν κέκτηται τον χαρακτήρα αυτόν ή τον έχει απολέσει ή αποβάλει νομίμως (ανέκαθεν καλλιεργούμενες γεωργικές εκτάσεις, τεχνητές δασικές φυτείες, δασικές εκτάσεις ενταχθείσες σε συγκεκριμένα σχέδια πόλης, ως πολεοδομούμενες, δασικές εκτάσεις που απώλεσαν τον χαρακτήρα τους πριν από τις 11.6.1975 (ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του Συντάγματος) λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα βάσει διοικητικής πράξεως, καλυπτομένης από το τεκμήριο της νομιμότητας), προσδιορίζεται, κατά τη φορολογητέα αξία της σύμφωνα με το σύστημα προσδιορισμού των ως άνω νόμων: 1249/1982 και 2961/2001.

3.Με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν.3091/2002, όπως ισχύει, επιβάλλεται ειδικός ετήσιος φόρος στις εξωχώριες εταιρείες (offshore, ως έχει επικρατήσει διεθνώς ο σχετικός όρος, που καλύπτει, κάθε νομικό πρόσωπο και νομική οντότητα, που δεν ασκούν δραστηριότητα στη χώρα στην οποία φέρονται ότι έχουν την καταστατική τους έδρα και των οποίων οι μετοχές ή οι παραστατικοί τίτλοι ιδιοκτησίας είναι, κατά κανόνα, ανώνυμοι), καθώς και στα παρένθετα αυτών πρόσωπα (φυσικά ή νομικά), όπως ορίζονται στο άρθρο 16 του ιδίου νόμου, επί της αξίας των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας επί ακινήτων ευρισκόμενων στην Ελλάδα. Ο φόρος αυτός, που κρίθηκε συμβατός προς τις περί προστασίας της ιδιοκτησίας, διατάξεις του Συντάγματος και του ενωσιακού δικαίου, υπολογίζεται, προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων, περί των οποίων η ως άνω γνωμοδότηση του ΝΣΚ, όχι βάσει των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 6 του ν 998/1979, όπως ισχύει, αλλά βάσει των ειδικοτέρων αυτών, των άρθρων 15, 16 και 17 του ν.3091/2002, όπως ισχύει, σύμφωνα με τις παραδοχές της υπ’ αριθμ. 2810/2017 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενόψει του προεξάρχοντος αυτών (διατάξεων) σκοπού, δηλαδή της δημιουργίας αντικινήτρων και της πατάξεως της φοροαποφυγής, που παρατηρείται περί την απόκτηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων από τις εξωχώριες εταιρείες και τα παρένθετα αυτών πρόσωπα.-