+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΕ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΟΣ Φ.Π.Α. ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΛΑΤΗ

Ένα κρίσιμο ζήτημα που ενδιαφέρει κάθε προμηθευτή προϊόντων ή υπηρεσιών,  σε περίπτωση ολικής ή μερικής μη είσπραξης του τιμήματος από τον πελάτη, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τη ζημία του, είναι αν και υπό ποιές προϋποθέσεις χωρεί η επιστροφή του καταβληθέντος Φ.Π.Α. εν όλω ή εν μέρει, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθ. 355/2019 απόφαση του Β’ Τμήματος στην 7μελή σύνθεση και στο πλαίσιο μιας δίκης πιλότου, έδωσε θετική απάντηση στο ερώτημα αυτό και ακύρωσε την αντίθετη απόφαση της Διοίκησης. Το ΣτΕ  ερμηνεύοντας ευρέως τη διάταξη της παρ. 5α του άρθρου 19 του ν. 2859/2000 που παρείχε τη  δυνατότητα διακανονισμού της βάσης επιβολής του Φ.Π.Α., μόνο σε περίπτωση μη είσπραξης της αντιπαροχής  λόγω θέσεως της οφειλέτριας στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 46 και 46α του ν. 1892/1990, έκρινε ότι η δυνατότητα αυτή έχει εφαρμογή και σε άλλη ισοδύναμη περίπτωση βέβαιης και οριστικής αδυναμίας πληρωμής[1].

Η απόφαση εκκινεί από την αφετηρία του άρθρου 90  της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ , η παρ. 1 του οποίου  προβλέπει τα εξής:

«Σε περίπτωση ακύρωσης, καταγγελίας, λύσης, ολικής ή μερικής μη καταβολής, ή μείωσης της τιμής, που επέρχεται μετά την πραγματοποίηση της πράξης, η βάση επιβολής του φόρου μειώνεται ανάλογα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τα κράτη μέλη

Από τη διάταξη αυτή και με αναφορά στη νομολογία του ΔΕΕ, το ΣτΕ συνάγει τη θεμελιώδη αρχή ότι η βάση επιβολής του φόρου συνίσταται στην πράγματι ληφθείσα αντιπαροχή και ότι, ως εκ τούτου, η φορολογική αρχή δεν μπορεί να εισπράξει ως ΦΠΑ ποσό υψηλότερο εκείνου που εισέπραξε ο υποκείμενος στον φόρο.

Εν όψει της ανωτέρω και περαιτέρω ενδιαφερουσών στο πλαίσιο ερμηνείας της Οδηγίας παραδοχών, το ΣτΕ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παρέχεται δικαίωμα μειώσεως της βάσης επιβολής του φόρου “λόγω ολικής ή μερικής μη πληρωμής του τιμήματος” σε κάθε περίπτωση όπου, μετά την πραγματοποίηση των φορολογητέων πράξεων, ο υποκείμενος στον φόρο ευλόγως επικαλείται ότι, κατά πάσα πιθανότητα, στο πλαίσιο νομοθετικών ρυθμίσεων που αποβλέπουν στην αντιμετώπιση της εμπορικής αφερεγγυότητας του αντισυμβαλλομένου του (πτώχευση, εξυγίανση, θέση σε ειδική διαχείριση), δεν θα εισπράξει την αντιπαροχή ή μέρος αυτής και ότι, συνεπώς, το χρέος δεν θα εξοφληθεί, προσκομίζει δε στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται, κατά την κρίση της φορολογικής αρχής ή των διοικητικών δικαστηρίων, η ιδιαιτέρως πιθανή παρατεταμένη χρονική διάρκεια της μη καταβολής, επιφυλασσομένης, ωστόσο, της δυνατότητας επανεκτιμήσεως της (κατά τα ανωτέρω μειωθείσας) βάσης επιβολής του φόρου προς το υψηλότερο, σε περίπτωση που υπάρξει μεταγενέστερη (εν όλω ή εν μέρει) καταβολή της αντιπαροχής.

Την απόφαση 355/2019 του ΣτΕ ακολουθούν πλέον και τα Διοικητικά Δικαστήρια. Με την υπ’ αριθ. 998/2020 απόφασή του το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, αντιμετωπίζοντας ίδια περίπτωση υιοθέτησε πλήρως τις θέσεις του ΣτΕ, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απόφαση 3483/2020 του  Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέληξε στο ίδιο πόρισμα κρίνοντας επί προμηθευτή αναγγελθέντος ως ανέγγυος πιστωτής σε πτώχευση του πελάτη του.

[1] Στη συγκεκριμένη περίπτωση αντιμετωπίστηκε περίπτωση επίκλησης (και προσκόμισης ενώπιον της φορολογικής αρχής) από τον υποκείμενο στον φόρο της σύναψης, μετά τη διενέργεια των φορολογητέων πράξεων, συμφωνίας εξυγίανσης μεταξύ του αφερέγγυου οφειλέτη και των πιστωτών του, καταρτισθείσας υπό τους όρους του Πτωχευτικού Κώδικα και επικυρωθείσας από το πτωχευτικό δικαστήριο, με περιεχόμενο, μεταξύ άλλων, τη μείωση των απαιτήσεων έναντι του οφειλέτη. Η εν λόγω συμφωνία, υπό τις ως άνω προϋποθέσεις, είναι δεσμευτική κατά νόμο για όλους τους πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτήν και τους οποίους, επομένως, εμποδίζει να ζητήσουν την πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών τους. Το ΣτΕ έκρινε ότι πρόκειται για περίπτωση “ολικής ή μερικής μη πληρωμής της τιμής”, που δικαιολογεί την ανάλογη μείωση της βάσης επιβολής του Φ.Π.Α.