Η κατ’ οίκον έρευνα από τις αρχές

9 Σεπτεμβρίου, 2014

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Συντάγματος (για συντομία «Συν.») η κατοικία του καθενός είναι απαραβίαστη και κανένας δεν μπορεί να εισέλθει με τη βία σε αυτή, πλην της περίπτωσης της διεξαγωγής νόμιμης έρευνας με την παρουσία Δικαστικού λειτουργού (εισαγγελέα ή δικαστή). Συγκεκριμένα ορίζεται ότι:

Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δε γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας. Οι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικογενειακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας, και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως νόμος ορίζει.

Στο δε άρθρο 8 του ν.δ. 53/1974 «Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950υπογραφείσης Συμβάσεως “δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ως και του Προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952» (για συντομία η «ΕΣΔΑ»), που έχει υποσυνταγματική ισχύ αλλά κατισχύει των λοιπών νόμων, προβλέπονται τα εξής:

«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.

2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αυτή προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιον ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».

Από τις παραπάνω διατάξεις, η κατ’οίκον έρευνα αντιμετωπίζεται ως ανακριτική πράξη, που διενεργείται από τις Αστυνομικές αρχές κατ’ εντολή των αρμόδιων Δικαστικών αρχών σε κατοικία [οποιοδήποτε κατάλυμα, στεγασμένο ή μη, υπό στενή έννοια (αποκλειστικής) ή μικτής (και επαγγελματικής) χρήσης, δωμάτιο ξενοδοχείου, τροχόσπιτο, πλοίο ή σκηνή, που δεν είναι προσιτό σε όλους, στο οποίο διαμένει κάποιος μόνος ή μαζί με άλλους, μόνιμα ή πρόσκαιρα, αδιάφορο αν το πρόσωπο που διαμένει είναι ο ιδιοκτήτης του καταλύματος αυτού, ο νομέας ή κάτοχός του], στην οποία υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι βρίσκονται στοιχεία σχετικά με τη διάπραξη κάποιας ποινικά κολάσιμης πράξης, ή σε κατοικία στην οποία πιθανολογείται ότι κρύβεται άτομο ύποπτο για τη διάπραξη κάποιου εγκλήματος ή άτομο κατά του οποίου εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης. Οι προϋποθέσεις της διεξαγωγής της κατ’ οίκον έρευνας, που συνήθως διατάσσεται και διενεργείται κατά τη διάρκεια της Ποινικής προδικασίας, είναι ιδιαιτέρως αυστηρές, κατά δε την διάρκεια της νύχτας αυστηρότερες, ερείδονται δε στην ιδιαιτερότητα της, ως κατ΄ εξαίρεση και για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δικαιολογημένης μορφής παραβίασης του οικογενειακού ασύλου, που προστατεύεται πρωτογενώς με τη προαναφερόμενη διάταξη του Συντ. Υπό το πρίσμα δε αυτό ο συνταγματικός νομοθέτης έκρινε πως η άρση του ασύλου της κατοικίας του ατόμου απαιτείται, εκτός από απολύτως δικαιολογημένη, να τελεί επιπροσθέτως υπό την εγγύηση του Κράτους, και συγκεκριμένα εκ μέρους της Δικαστικής Εξουσίας. Έτσι, για τη νόμιμη διεξαγωγή κατ΄οίκον έρευνας αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί η ταυτόχρονη παρουσία δικαστικού λειτουργού, δηλαδή εισαγγελέως ή ανακριτή ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη.

Με την υπ’ αριθμ. 256/26.06.2014 γνωμοδότηση της Α’ Τακτικής Ολομέλειάς του το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΝΣΚ), αφού έλεγξε τις διατάξεις των άρθρων 25 § 3, εδάφιο τελευταίο και 40 § 3 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α` 170), όπως ισχύουν, αποφάνθηκε κατά πλειοψηφία ότι η είσοδος οργάνων της Φορολογικής Διοικήσεως στην κατοικία φορολογουμένου (αμιγή ή μικτή), για τη διενέργεια φορολογικών ελέγχων, είναι επιτρεπτή, μετά τήρηση των όρων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας, που προβλέπουν οι ίδιες διατάξεις, με μόνη την εντολή του αρμοδίου εισαγγελέα, τουτέστιν χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας κατά τη διάρκεια του ελέγχου και των ερευνών. Η παραπάνω γνωμοδότηση έτυχε αυστηρής κριτικής από όλες τις πλευρές της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου μεταξύ αυτών δε του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος δήλωσε «Το επιτρεπτό της κατ οίκον έρευνας από όργανα των φορολογικών αρχών, πρέπει να μελετηθεί και να κριθεί στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 9 του Συντάγματος μας με την οποία διακηρύσσεται ότι η κατοικία του καθενός είναι άσυλο και ότι η έρευνα σε αυτή γίνεται πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας. Η ίδια προστασία παρέχεται και με το άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ».

Εκ μέρους του Υπουργείου Οικονομικών και αρμόδιου για θέματα της Φορολογικής Αρχής διευκρινίστηκε ότι ο Υπουργός Οικονομικών έπεμψε, με απόφασή του και λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος, την σχετική δυνατότητα φορολογικών ελέγχων στην κατοικία φορολογουμένων χωρίς την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής αρχής στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να αποφανθεί. Με την παραπάνω ενέργεια η γνωμοδότηση του ΝΣΚ και οι ενέργειες της Φορολογικής Διοίκησης παραμένουν, προσωρινά, ανενεργείς και χωρίς δυνατότητα εφαρμογής.

 

Μοιραστείτε το:

Share on linkedin
Share on facebook
Share on twitter

Το Newsletter μας

Τελευταίες Νομικές Ενημερώσεις