+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Χρονική διάρκεια της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας ιδιωτικών υπαλλήλων

ΘΕΜΑ: 1.  Χρονική διάρκεια της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας ιδιωτικών υπαλλήλων –  στελεχών επιχειρήσεως, που έλαβε χώρα, με αποστολή και αποδοχή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ των στελεχών αυτών και εκπροσώπων ανταγωνιστριών επιχειρήσεων, μέσω της προσωπικής τους ηλεκτρονικής διευθύνσεως, που είχαν δημιουργήσει σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, που τους είχε διαθέσει η επιχείρησή τους.

  1. Εφαρμογή ή μη των διατάξεων περί συνταγματικής προστασίας της ως άνω επικοινωνίας και στην περίπτωση που, τα προαναφερόμενα στελέχη, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εργοδότριάς τους επιχειρήσεως, είχαν δημιουργήσει και χρησιμοποιούσαν προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, αποκλείοντας την πρόσβαση σ΄αυτήν οποιουδήποτε τρίτου και, δια της διευθύνσεως αυτής, απέστελναν και δέχονταν ηλεκτρονικά μηνύματα, που αφορούσαν πράξεις, αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της εργοδότριάς τους επιχειρήσεως.

ΑΠΟΦΑΣΗ:   Υπ΄αριθμ. 1/2017 της πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου.

  1. Τα ζητήματα του ως άνω θέματος, που απασχόλησαν την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως γενικοτέρου ενδιαφέροντος, εντάσσονται στο ιστορικό πλαίσιο της εξής υποθέσεως: Από επιχείρηση, δραστηριοποιούμενη στον τομέα εμπορίας ξυλείας και αντιπροσωπεύουσα μεγάλο αριθμό οίκων του εξωτερικού στην Ελλάδα, είχαν προσληφθεί, και ακολούθως αναδειχθεί σε διευθυντικές θέσεις και μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, δύο πρόσωπα.  Τα πρόσωπα αυτά, καθ’ ον χρόνο κατείχαν τις εν λόγω ιδιότητες, είχαν προβεί σε σωρεία αθέμιτων ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος της εργοδότριάς τους επιχειρήσεως και επ’ ωφελεία άλλων δύο εταιρειών, στη μια εκ των οποίων, μετά την αποχώρησή τους από την εργοδότριά τους επιχείρηση, είχαν μεταπηδήσει και καταλάβει διευθυντικές θέσεις.  Όταν είχαν κληθεί, κατά την αποχώρησή τους αυτή, να παραδώσουν στα διάδοχα πρόσωπα το αρχείο συμβάσεων πελατών, τη σχετική αλληλογραφία με τους αντιπροσωπευόμενους οίκους και πελάτες, τις παραγγελίες και όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν μηχανογραφηθεί και τύχει επεξεργασίας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, κυριότητας της εργοδότριας επιχειρήσεως, αρνήθηκαν κάθε συνεργασία, υποστηρίζοντας ότι, τα σχετικά αρχεία δεν υπήρχαν, καθόσον είχαν διαγραφεί και καταστραφεί.  Με αφορμή την καταγγελία, από σημαντικούς οίκους του εξωτερικού, της συνεργασίας τους με την προαναφερόμενη επιχείρηση, η τελευταία κατέφυγε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης προκειμένου, με ενέργειες διαπιστευμένων σε αυτό πραγματογνωμόνων για θέματα ηλεκτρονικού εγκλήματος, να αναζητήσει και να επαναφέρει, από τους σκληρούς δίσκους των εταιρικών υπολογιστών, τα διαγραμμένα αρχεία.  Ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε, συνταγέντος και σχετικού πορίσματος, αποκαλυπτικού των ως άνω αθέμιτων ενεργειών των πρώην διευθυντικών στελεχών της εν λόγω επιχειρήσεως.  Τα αντίγραφα εκτυπώσεων ηλεκτρονικών αρχείων, κειμένων και μηνυμάτων, που προσαρτήθηκαν στο πόρισμα της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης και προσκομίσθηκαν με επίκλησή τους από την προαναφερόμενη επιχείρηση σε δίκη αποζημιωτικής αγωγής, που αυτή άσκησε κατά των πρώην υπαλλήλων της και ανταγωνιστριών εταιρειών της, κρίθηκαν από τα δικαστήρια της ουσίας (Πρωτοδικείο, Εφετείο) ως παράνομα αποδεικτικά μέσα, καθόσον αποκτήθηκαν χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία άρσεως του απορρήτου της προστατευμένης, κατά το άρθρο 19 του ισχύοντος Συντάγματος, επικοινωνίας.
  1. α) Επί του πρώτου ζητήματος, ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε, κατά πλειοψηφία (μειοψηφήσαντος εντός μόνο μέλους αυτού), ως ακολούθως:  Η προστασία της επικοινωνίας, όπως ορίζεται με τις σχετικές διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ισχύοντος Συντάγματος («1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο…» η οποία (επικοινωνία), υπό τη μορφή της ιδιωτικής, περιλαμβάνει και τα τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), ισχύει μόνο κατά το στάδιο που πραγματοποιείται.  Εν προκειμένω, τα ανασυρθέντα αρχεία δεν είχαν υποκλαπεί κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας και δεν είχαν αφαιρεθεί από το προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο των ως άνω υπαλλήλων με διάρρηξη του μυστικού κωδικού προσβάσεως, αλλά από τον σκληρό δίσκο των εταιρικών υπολογιστών, που αυτοί χρησιμοποιούσαν.

Υπό τα δεδομένα αυτά, τα ανασυρθέντα κατά τα ανωτέρω αρχεία δεν καλύπτονταν από το απόρρητο της επικοινωνίας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος.

  β)    Τα προαναφερόμενα αρχεία, αφενός συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των ως άνω υπαλλήλων κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος και τις σχετικές διατάξεις του ν. 2472/1997, όπως ισχύει και, αφετέρου, εμπίπτουν στην ιδιωτική ζωή του ατόμου, που είναι απαραβίαστη κατ΄ άρθρο 9 του Συντάγματος.  Πλην όμως, τόσο η επεξεργασία τους, υπό την μορφή της εξαγωγής – ανασύρσεως τους, όσο και η αποκάλυψη τους έγιναν νομίμως στη δικασθείσα υπόθεση, και χωρίς τη συγκατάθεση (παρά την άρνηση) των πρώην υπαλλήλων, καθόσον προτεραιότητα είχε η προστασία των εννόμων και υπερτέρων συμφερόντων της υποστάσης τις συνέπειες του αθεμίτου ανταγωνισμού επιχειρήσεως, συμφερόντων που τελούν υπό την εγγύηση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 (περί οικονομικής ελευθερίας), 20 (περί εννόμου προστασίας) και 106 παρ. 2 (περί επιχειρηματικής ελευθερίας).

  1. Επί του δευτέρου ζητήματος, ο Άρειος Πάγος, με την ίδια πλειοψηφία, αποφάνθηκε ότι, υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά της αθέμιτης συμπεριφοράς των πρώην υπαλλήλων, ήταν καθ΄ όλα θεμιτή η επίκληση και προσκόμιση, ενώπιον δικαστηρίου, των ανασυρθέντων και αποκαλυφθέντων αρχείων από την εργοδότρια επιχείρηση, προκειμένου να καταστεί δυνατή η, κατ’ τα εν λόγω δεδομένα, υπεράσπιση των προαναφερόμενων υπό στοιχ. 2β συνταγματικών δικαιωμάτων της, προς δε και η διασφάλιση των συναφών προς αυτά, δημοσίου ενδιαφέροντος, αγαθών της εμπορικής πίστεως και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Υπό αυτή τη θεώρηση και τα εν λόγω δεδομένα, δεν εφαρμόζονται οι συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας της επικοινωνίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

  1. Ο Άρειος Πάγος, εν πλήρει Ολομελεία, ακολούθησε, επί του πρώτου ζητήματος, την κρατούσα στη θεωρία και υιοθετηθείσα, ως ορθότερη, γνώμη (Μάνεση: Συνταγματικά δικαιώματα, Α’ Ατομικές Ελευθερίες, δ’ έκδοση, 1982, σελ. 232 – Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά δικαιώματα 2012, δ’ έκδοση, σελ. 353 επ. – Ν.Κ. Αλιβιζάτο, γνμδ από 17.10.2011 κ.α.). Η γνώμη αυτή, ακολουθείται από την κρατούσα θεωρία και νομολογία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (απόφαση, από 2.3.2006).
  1. Περαιτέρω, κατά τη διαμορφωθείσα, πλέον, πάγια Νομολογία του Αρείου Πάγου, κατ’ αντιδιαστολή προς την προσωπική και ιδιωτική ζωή, η εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων των υπαλλήλων – μισθωτών μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου από τον εργοδότη, διότι η εργασία δεν ανάγεται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων. Άλλωστε, οι τελευταίοι, έχουν κατά νόμο (άρθρ. 652 και 288ΑΚ και 16 του ν.146/1914) υποχρέωση να μην ενεργούν, πλην άλλων, ανταγωνιστικές πράξεις, που βλάπτουν τα συμφέροντα του εργοδότη.  Το δικαίωμα του εργοδότη να παρακολουθεί τις διαδικτυακές επικοινωνίες των εργαζομένων του κατά την ώρα της εργασίας τους, προκειμένου να διαπιστώνει αν αυτοί εκπληρώνουν τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια των εργασίμων ωρών, επικύρωσε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) με την από 12.1.2017, απόφασή του.-