+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

ΘΕΜΑ: Αν επιτρέπεται ή όχι να αμφισβητηθούν, με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, φορολογικές παραβάσεις βάσει των οποίων επιβάλλονται, από τη φορολογική αρχή, τα μέτρα που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει (απαγόρευση στις ΔOY να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που ζητούνται για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβιβάσεως περιουσιακών στοιχειών και, συναφώς, αναστολή, έναντι του Δημοσίου, του απορρήτου των καταθέσεων κ.λ.π και δέσμευση του 50% αυτών). -Δέσμευση ή μη του διοικητικού- δικαστηρίου από αμετάκλητη ποινική απόφαση, που κηρύσσει αθώο το πρόσωπο που φέρεται ότι διέπραξε τις ως άνω φορολογικές παραβάσεις ή, έστω, υποχρέωση του δικαστηρίου αυτού να αιτιολογήσει, ειδικώς, αντίθετη (προς την αθωωτική απόφαση) κρίση του.

 

  1. Επί του ανωτέρω θέματος, το οποίο απασχόλησε για πρώτη φορά το Συμβούλιο της Επικρατείας, εκδόθηκε η ανωτέρω απόφασή του. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι, στο πλαίσιο προσφυγής κατά αποφάσεως με την οποία επιβάλλονται τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 14 του ν.2523/1997, δεν εξετάζονται ζητήματα σχετικά με την τέλεση ή μη των φορολογικών παραβάσεων, που επικαλείται η φορολογική αρχή για την επιβολή, σε βάρος του παραβάτη, των εν λόγω μέτρων μεταξύ των οποίων (ζητημάτων) περιλαμβάνεται και η αθώωση, με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, του προσώπου που φέρεται ως δράστης των φορολογικών παραβάσεων. Το Δικαστήριο εξετάζει μόνο αν, ενόψει των διαπιστώσεων του ειδικού ελέγχου στον οποίο προβαίνει το αρμόδιο όργανο της φορολογικής αρχής, και των πιθανολογούμενων φορολογικών παραβάσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 14 του ν.2523/1997, δικαιολογείται η επιβολή των μέτρων που θεσπίζονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, λόγω διακινδυνεύσεως των συμφερόντων του Δημοσίου. Επίσης, τα διοικητικά δικαστήρια της ουσίας έχουν υποχρέωση να εξετάζουν το δυσανάλογο ή μη της αξίας των δεσμευόμενων με τα επιβαλλόμενα, ως άνω, μέτρα περιουσιακών στοιχείων του φερόμενου ως παραβάτη φορολογικών διατάξεων σε σχέση με τον επιδιωκόμενο, με τα μέτρα αυτά, σκοπό, ήτοι την ανάγκη διασφαλίσεως των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου με τη διατήρηση της περιουσίας του υπόχρεου προσώπου.

 

Σημείωση

  1. Στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.2523/1997, με τίτλο «Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής» προβλέπονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις από τις οποίες, βάσει ειδικής εκθέσεως ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ποσό που υπερβαίνει, συνολικώς, τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται, κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβιβάσεως παρουσιαστικών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Τα ίδια, ως άνω, μέτρα επιβάλλονται και στους παραβάτες που λαμβάνουν και χρησιμοποιούν εικονικά φορολογικά στοιχεία, εκδίδουν εικονικά, πλαστά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύουν τα στοιχεία αυτά, εφόσον η συνολικώς αναγραφόμενη στα στοιχεία αυτά αξία των συναλλαγών υπερβαίνει, κατά το χρόνο διαπιστώσεως των παραβάσεων, το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300,000) ευρώ. Από την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων εξαιρούνται, αντιστοίχως, τα ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται σε οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων και τα πρόσωπα που λαμβάνουν και χρησιμοποιούν εικονικά φορολογικά στοιχεία, στην περίπτωση που η εικονικότητα ανάγεται, αποκλειστικά, στο πρόσωπο του εκδότη των εν λόγω στοιχείων.
  1. Τα ως άνω επιβαλλόμενα διοικητικά μέτρα δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα (Σ.Τ.Ε : 557/2016/, 395/2015, 1372/2014 κ.α), περιορίζουν θεμιτώς την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του προσώπου, σε βάρος του οποίου λαμβάνονται, αποσκοπούν στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και λαμβάνονται προκειμένου να εξασφαλισθεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του φερόμενου ως παραβάτη, ώστε να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού, προτού ο ίδιος προλάβει να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία και αποσύρει τις καταθέσεις του πριν από το στάδιο οριστικοποιήσεως των φορολογικών εγγραφών (Σ.Τ.Ε 557/2016).
  2. Ενόψει των παραδοχών της εν θέματι υπ’ αριθμ. 2297/201 αποφάσεως του Σ.Τ.Ε , η επίκληση από το πρόσωπο, σε βάρος του οποίου λαμβάνονται τα προπεριγραφόμενα μέτρα, της δυσαναλογίας του επιδιωκόμενου με αυτά σκοπού προς την αξία των δεσμευόμενων περιουσιακών στοιχείων, αποτελεί τον κύριο και προεξάρχοντα λόγο πρόσφορης και λυσιτελούς έννομης προστασίας του.