+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Απόφαση Υπ’ αριθμόν 2190/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας

Με την ανωτέρω απόφαση επιλύθηκαν δύο ζητήματα συνταγματικής τάξεως και μείζονος σπουδαιότητας. Το πρώτο, αφορά τη συνταγματικότητα της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του Ν.1473/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν.2120/1993 και ισχύει έκτοτε.

Με την διάταξη αυτή ορίζεται ότι, κάθε άμεσος ή έμμεσος φόρος ή δασμός, κύριος ή πρόσθετος, ή πρόστιμο που έχει καταβληθεί στο Δημόσιο, χωρίς όμως να οφείλεται σύμφωνα με οριστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού, επιστρέφεται στον φορολογούμενο, προσαυξημένος με τόκο. Η καταβολή του τόκου αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου, την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται αυτού εντός του οποίου κοινοποιήθηκε στην φορολογική αρχή η απόφαση του δικαστηρίου που αναγνωρίζει, ως αχρεώστητη, την καταβολή του φόρου κ.τ.λ. Επί του ζητήματος αυτού, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικράτειας αποφάνθηκε υπέρ της αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διατάξεως, επειδή εισάγει ρύθμιση που δεν είναι συμβατή, τόσο με την αρχή της ισότητας των πολιτών ενώπιον των δημοσίων βαρών κατά το άρθρο 4 παραγ.5 του Συντάγματος, όσο και με τις διατάξεις περί προστασίας της ιδιοκτησίας, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Τούτο δε, επειδή με την διαμεσολάβηση ενός εξαμήνου και το άδηλον του χρόνου κοινοποιήσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου στην φορολογική αρχή, δεν επέρχεται η προσήκουσα αποκατάσταση της περιουσιακής ζημιάς του φορολογούμενου που προκλήθηκε από τη διαγνωσθείσα, εξ αρχής, αχρεώστητη καταβολή του φόρου. Περαιτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι η τοκοφορία του επιστρεπτέου, ως αχρεωστήτου, φόρου κ.λ.π, αρχίζει από την ημερομηνία της καταθέσεως της προσφυγής του φορολογουμένου στο Διοικητικό Δικαστήριο. Με την προσφυγή αυτή, ο φορολογούμενος μπορεί να ζητήσει να του επιστραφεί ο φόρος που κατέβαλε αχρεωστήτως ή να του καταβληθούν οι τόκοι επί του φόρου αυτού ή να ενώσει στην προσφυγή και τα δύο αυτά αιτήματα.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την συνταγματικότητα της διατάξεως της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 38 του Ν.1473/1984, που ορίζει ότι ως επιτόκιο επί του επιστρεπτέου φόρου κ.λ.π , εφαρμόζεται το επιτόκιο που ισχύει για τα εκάστοτε εκδιδόμενα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας. Επί του ζητήματος αυτού, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφάνθηκε υπέρ της συνταγματικότητας της διατάξεως αυτής, ως ειδικής και καθ’ όλα συμβατής με την αρχή της συνταγματικής ισότητας κατά το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 5 του Συντάγματος, την αρχή της νομιμότητας και βεβαιότητας των φορολογικών επιβαρύνσεων κατά το άρθρο 78, παράγραφος 1 του Συντάγματος και την αρχή της προστασίας της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Τα ζητήματα που απασχόλησαν την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό την θεώρησή τους στο πεδίο των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ήσαν ζητήματα συνταγματικού ενδιαφέροντος και ιδιαίτερης σπουδαιότητας που απασχόλησαν επί μακρόν τα διοικητικά δικαστήρια της ουσίας. Η νομολογία των δικαστηρίων αυτών ήταν, εν πολλοίς, αντικρουόμενη και αντίθετη προς τις λύσεις που έδωσε, ως υποχρεωτικές πλέον, η Ολομέλεια του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου. Η λύση επί του πρώτου ζητήματος, αποκαθιστά, στη βάση των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος και του υπερνομοθετικού δικαίου της ΕΣΔΑ, τα δικαιώματα των φορολογουμένων, οι οποίοι, κατά την κρίσιμη διάταξη του Ν.1473/1984, όπως ισχύει, τελούσαν σε μια προδήλως ετεροβαρή σχέση εν αναφορά με το Δημόσιο.

Το Δημόσιο εκμεταλλεύονταν χωρίς νόμιμη αιτία, απ’ αρχής, αχρεώστητα σημαντικά χρηματικά ποσά επί ασυνήθως μακρόν χρόνο, αν ληφθεί υπόψιν η μακρά καθυστέρηση της εκδικάσεως των φορολογικών προσφυγών , οι αναβολές της συζητήσεώς τους και η αργοπορία εκδόσεως και δημοσιεύσεως των δικαστικών αποφάσεων.

Η λύση επί του δεύτερου ζητήματος εναρμονίζεται με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και με την φύση των κρίσιμων περί επιτοκίου διατάξεων του Ν.1473/1984, ως ειδικών, εν αναφορά με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 21 «Περί Κώδικος των Νόμων, περί δικών του Δημοσίου», που ορίζουν επιτόκιο 6%.