+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΗ  ΩΣ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ

Κατά παγιωμένη νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 991/2010, 1125/2018) η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ καθιερώνει την τήρηση του καθήκοντος της αληθείας εκ μέρους των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους ως γνήσια υποχρέωση και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος.

Πρόσφατα το Ακυρωτικό με την 1480/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αντιμετωπίζει το εκ μέρους του διαδίκου ενσυνείδητο ψεύδος,  διευκρινίζοντας κατ’ αρχάς ότι η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ απαγορεύει στο πλαίσιο αυτό την εκ μέρους των διαδίκων αφ’ ενός προβολή αναληθών ισχυρισμών, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν και αφ’ ετέρου αμφισβήτηση πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Εν συνεχεία προχωρεί περισσότερο εκφέροντας μια, αν και προφανή, εν τούτοις καινοφανή[1] κρίση, αποφαινόμενο ότι η εκδηλούμενη με ενσυνείδητο ψεύδος παράβαση του καθήκοντος της αληθείας, συνεπάγεται υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου κατ’ άρθρα 914 και  919 ΑΚ.

Ειδικότερα και υπό την προϋπόθεση ότι η  παράβαση του καθήκοντος της αληθείας δεν αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που τελικά εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση ή στο πλαίσιο της οποίας έλαβε χώρα παράβαση του καθήκοντος αληθείας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη, ο Άρειος Πάγος με την 1480/2017 απόφασή του δέχεται ότι γεννάται αξίωση βάσει των περί αδικοπραξιών διατάξεων για την αποκατάσταση τόσο της περιουσιακής ζημίας (επιπλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), όσο και της ηθικής βλάβης στο μέτρο που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του καθήκοντος της αληθείας.

[1] Οι κυρώσεις της παράβασης του καθήκοντος της αληθείας που γίνονταν δεκτές είναι αυτές του άρθρου 205 αριθ. 2 ΚΠολΔ. Περί του αν οι πάσχουσες διαδικαστικές πράξεις πάσχουν απαράδεκτο, βλ. διαφορετικές προσεγγίσεις  ΑΠ 991/2010 και 1125/2018.