+30 213 0175600 info@sioufaslaw.gr
EnglishΕλληνικάRomână

Η κατάσχεση κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελεί την τελευταία νόμιμη δυνατότητα του δανειστή, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση των χρηματικών του απαιτήσεων κατά του οφειλέτη του. Ωστόσο ο νομοθέτης, αποβλέποντας στην ενίσχυση της θέσης του δανειστή, επέλεξε να διευρύνει το πεδίο δράσης του, προβλέποντας την δυνατότητα κατάσχεσης και των ιδιόρρυθμων, άλλως άυλων, περιουσιακών δικαιωμάτων του οφειλέτη.

Το άρθρο 1022 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), ορίζει, ότι κατάσχεση μπορεί να διενεργηθεί και σε περιουσιακά δικαιώματα όπως η πνευματική ιδιοκτησία, η ευρεσιτεχνία, η εκμετάλλευση κινηματογραφικών ταινιών και οι απαιτήσεις κατά τρίτων που εξαρτώνται από αντιπαροχή, δηλαδή επί δικαιωμάτων τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη, συνήθη, διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2 (κατάσχεση κινητών), 982 (κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων που δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή και κινητών πραγμάτων εις χείρας τρίτου) και 992 (κατάσχεση ακινήτων, πλοίων αεροσκαφών).

Η κατάσχεση των δικαιωμάτων αυτών χωρεί, εφόσον η μεταβίβασή τους είναι επιτρεπτή κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ σε διαδικαστικό επίπεδο προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής απόφασης (του Ειρηνοδικείου), ύστερα από αίτηση εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, η οποία και συζητείται κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1024 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει την κατάσχεση, ή και με μεταγενέστερη, ορίζει τα μέσα που κρίνει πρόσφορα για την αξιοποίηση του δικαιώματος του δανειστή. Ιδίως, μπορεί να διατάξει τη μεταβίβαση του δικαιώματος σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, έναντι καταβολής ορισμένου τιμήματος ή με συμψηφισμό ολόκληρης ή μέρους της απαίτησης, μπορεί όμως να διατάξει και την ελεύθερη ή με πλειστηριασμό διάθεση του δικαιώματος.

Η εφαρμογή των ειδικών αυτών κανόνων, δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής όλες οι γενικές διατάξεις περί αναγκαστικής εκτελέσεως (904 επ. ΚΠολΔ), καθώς και εκείνες που αφορούν την κατάσχεση περιουσίας προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 951 – 952 επ. ΚΠολΔ). Αυτό σημαίνει, ότι και στις προκείμενες περιπτώσεις απαιτείται η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, η περιαφή του εκτελεστήριου τύπου, η επίδοση της επιταγής προς πληρωμή και η τήρηση των όρων τόσο περί ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης, όσο και των διατάξεων του ΚΠολΔ σε σχέση με τις αντιρρήσεις και την άσκηση ανακοπής.

Στα πλαίσια αυτά, ο αρχικός τίτλος, από τον οποίο πηγάζει η απαίτηση του δανειστή, παραμένει εκτελεστός τίτλος και μετά την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου της εκούσιας, η οποία ουσιαστικά καθορίζει μόνο τον τρόπο επιβολής της κατάσχεσης. Οι ακυρότητες του τίτλου, της προδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και τα ελαττώματα της απαίτησης προβάλλονται και εδώ με αντιρρήσεις και ανακοπή (άρθρα 933 -940 ΚΠολΔ), μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών, που αρχίζει από την επίδοση στον καθ ου της απόφασης που επιτρέπει την κατάσχεση. Επιπλέον, από τον χρόνο αυτό και εφεξής απαγορεύεται η διάθεση του κατασχεμένου, τυχόν δε διάθεση του είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλλε την κατάσχεση.

Σε διαδικαστικό επίπεδο, ιδιαίτερης μνείας χρήζει το γεγονός, ότι ενώπιον του δικαστηρίου της εκούσιας δεν επιτρέπεται να προβληθούν από τον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ισχυρισμοί που αφορούν είτε την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, είτε την απαίτηση. Η προβολή των ισχυρισμών αυτών επιτρέπεται μόνον εφόσον γίνει δεκτή η σχετική αίτηση που θα ασκηθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, καθώς διαφορετική άποψη θα μετέβαλε την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας σε τακτική διαδικασία, στην οποία, παρά τον κανόνα του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι αντιρρήσεις του καθ΄ ου η εκτέλεση δεν θα εισάγονταν με δικόγραφο ανακοπής, αλλά με τις προτάσεις του, κάτι το οποίο δεν απορρέει σε καμία περίπτωση από τις διατάξεις του νόμου.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι, ότι το δικόγραφο της αίτησης του 1022 ΚΠολΔ δεν στρέφεται εναντίον του οφειλέτη ως αντιδίκου, ακόμα δε και η τυχόν κλήση του ενόψει της συζήτησης της αίτησης με πρωτοβουλία του αιτούντος δεν του δίδει αυτή την ιδιότητα. Κατά συνέπεια, ο οφειλέτης θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα εναργής και να επιδιώξει την συμμετοχή του στη συζήτηση της αίτησης ασκώντας κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, διαφορετικά αποστερείται του δικαιώματος να εφεσιβάλλει την απόφαση που θα επιτρέπει την κατάσχεση των ειδικών περιουσιακών του στοιχείων.

Η νομολογία έχει δεχτεί την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ενδεικτικά, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Κατάσχεται στα χέρια της εταιρίας, ως τρίτης, η απαίτηση ενός από τους εταίρους της για την απόδοση της εισφοράς του, όταν κάποτε λυθεί η εταιρία ΑΠ 116/1975 ΕΕΝ 24, 622. 255/1956 ΝοΒ 4, 1008. ΕφΘεσ 282/1934 ΕΕΝ 1, 628. ΠρΣυρ 395/1964 ΕΕΝ 33, 602).
  • Κατάσχονται, στα χέρια του εργοδότη, ως τρίτου, τα μελλοντικά ημερομίσθια του εργάτη-οφειλέτη (ΕφΠατ 71/1904 Θεμ 16, 141. 977/1905 Θεμ. 18, 458), στην έκταση που δεν είναι ακατάσχετα.
  • Κατάσχεται, στα χέρια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ως τρίτου, η απαίτηση που κατασχέθηκε στον πίνακα διανομής του εκπλειστηριάσματος, παρ’ όλο ότι η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να πληρωθεί προτού γίνει απρόσβλητος ο πίνακας διανομής (ΕφΝ 544/1906 Θεμ. 18, 222).
  • Κατάσχεται στα χέρια του εντολοδόχου, ως τρίτου, η απαίτηση που θα έχει ο καθού η εκτέλεση να του αποδώσει, όταν και ότι θα εισπράξει, στο πλαίσιο της εντολής που έχει (ΕφΑθ 1824/1934 Θεμ. 46, 258).
  • Κατάσχεται η απαίτηση που εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής (ΕφΑθ 6431/1975 Αρμ 30, 518 με σύμφωνη σημ.).
  • Κατάσχεται στα χέρια του δικονομικού εγγυητή, η απαίτηση προς αποζημίωση που εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της απώλειας της δίκης εκ μέρους του δικαιούχου της κατασχόμενης αποζημίωσης (ΜΠρΠειρ 5/1975 ΝΔικ 1975, 163).

Κάποιες διακυμάνσεις παρουσιάζει η νομολογία στο πρόβλημα αν κατάσχεται στα χέρια της εταιρίας, ως τρίτης, η αξίωση ενός από τους εταίρους της για συμμετοχή στη διανομή των μελλοντικών εταιρικών κερδών.

  • Αρχικά είχε εκφραστεί σχετική επιφύλαξη ότι, το αργότερο στη συζήτηση των αντιρρήσεων που ασκεί ο υπέρ ου η εκτέλεση εναντίον της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, πρέπει η κατασχόμενη απαίτηση να προαποδεικνύεται, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που έχει δεσμευτική αποδεικτική δύναμη για τον τρίτο, ειδεμή υπάρχει αοριστία (ΕφΘεσ 221/1965 Αρμ 19, 625).
  • Αργότερα έγινε δεκτή η δυνατότητα της κατάσχεσης των μελλοντικών εταιρικών κερδών, δίχως την ως άνω επιφύλαξη (ΠΠρΑθ 4552/1973 Δ 5, 70 με σύμφωνες παρατηρήσεις Ι. Μπρίνια).
  • Με νεότερη απόφαση έγινε δεκτό ότι η κατάσχεση των μελλοντικών εταιρικών κερδών είναι έγκυρη και ότι η εταιρία, ως τρίτη, έχει υποχρέωση να κάνει νέα (καταφατική) δήλωση, μέσα σε οχτώ μέρες από τότε που θα υπάρξουν τα κατασχόμενα κέρδη (ΕιρΑθ 642/1976 Δ 8, 129 με σύμφωνες παρατηρήσεις Ι. Μπρίνια).